Menu

HALL OF SHAME

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Original, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Original, ΑΡΔ - Βόλεϊ: Αλεξίου, Original, ΑΡΔ
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hall of Fame. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Hall of Fame. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανδρέας Σταματιάδης


Υπηρέτησε την ΑΕΚ σε πέντε διαφορετικές δεκαετίες, από τέσσερα διαφορετικά πόστα. Ποδοσφαιριστής, βοηθός προπονητή, προπονητής, υπεύθυνος τμημάτων υποδομής. Περισσότερο από μισό αιώνα της ζωής του τον διένυσε ανήκοντας στις τάξεις της. Ανεξίτηλο πορτραίτο στο Hall of Fame του συλλόγου, ζωντανή ιστορία του, η επιτομή εκείνου που οι ασχολούμενοι με τον αθλητισμό και την οπαδική κουλτούρα αποκαλούμε «σημαία». Ο λόγος για τον Ανδρέα Σταματιάδη.

Από τα Πετράλωνα στη Νέα Φιλαδέλφεια
Ο κατοπινός Ενωσίτης θρύλος γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου 1935 στα Πετράλωνα, μια συνοικία της κεντρικής Αθήνας. Καταγόμενος από λαϊκή, προσφυγική οικογένεια, βίωσε δύσκολα παιδικά χρόνια, ελέω και της γερμανικής κατοχής. Στην εφηβεία του στράφηκε στο ποδόσφαιρο, όπως πολλοί συνομήλικοί του εκείνα τα χρόνια, αναζητώντας διέξοδο από μια δυσοίωνη ζωή. Το ερέθισμα πιθανόν να το έλαβε μεταξύ άλλων και από τον πατέρα του που ασχολούταν με το άθλημα σε τοπικό επίπεδο, διατελώντας σύμβουλος στο σωματείο «Σπάρτα» Πετραλώνων. Ήδη από τα 15 του, εν έτει 1950, ο φέρελπις ποδοσφαιριστής είχε κατορθώσει να αγωνίζεται στην ΑΕΚ. Το παρασκήνιο της ένταξής του στους κιτρινόμαυρους, μιας εξέλιξης που θα καθόριζε ολόκληρη τη ζωή του, έχει εξιστορήσει ο ίδιος ο Σταματιάδης, μέσω του περιοδικού «ΑΕΚ Empire».

Κώστας Νικολαΐδης


Φανταστείτε έναν επιθετικό που συγκαταλέγεται στο τοπ-10 των κορυφαίων σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία μιας ομάδας. Που με τα γκολ του έχει πρωταγωνιστήσει για λογαριασμό της σε κατακτήσεις πρωταθλημάτων, ευρωπαϊκές επιτυχίες και θριάμβους σε αγώνες ντέρμπι. Που το όνομά του φιγουράρει ακόμα στη λίστα με τα ρεκόρ του οικείου πρωταθλήματος. Ένας τέτοιος παίκτης θα ήταν άδικο να μην απολαμβάνει αναγνωρισιμότητας και σεβασμού από τις νέες γενιές οπαδών της ομάδας αυτής. Με γνώμονα λοιπόν την ανάδειξη της κιτρινόμαυρης ιστορίας και των ανθρώπων που την έγραψαν στα μάτια των νεαρών Ενωσιτών, η παρούσα ανάρτηση της στήλης «Hall of Fame» του One love AEK είναι αφιερωμένη σε έναν από τους λιγότερο προβεβλημένους στα ΜΜΕ θρύλους του Δικεφάλου, τον Κώστα Νικολαΐδη.

Γιώργος Τρόντζος


14 Μαρτίου 1968. Αθήνα, Καλλιμάρμαρο Στάδιο. 60.000 θεατές παρακολουθούν τον αγώνα ρεβάνς ΑΕΚ-Βαρέζε για τα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων Ευρώπης. Η Ένωση έχει ηττηθεί στην Ιταλία με σκορ 78-60 και καλείται να ανατρέψει αυτή τη διαφορά 18 πόντων για να βρεθεί στον τελικό. 30 δευτερόλεπτα πριν το τέλος έχει καταφέρει να προηγείται με 70-52 και της ανήκει η κατοχή για μια ολόκληρη τελευταία επίθεση. Η μπάλα φτάνει στον πανύψηλο σέντερ της με το νο.6 στη φανέλα που περιμένει στα δεξιά της ρακέτας. Ήδη από το 6ο λεπτό της αναμέτρησης παίζει κουτσαίνοντας, με τραυματισμένο αστράγαλο. Ο χρόνος λιγοστεύει. Ξέρει ότι αν αστοχήσει και η διαφορά παραμείνει στο +18, οι δύο ομάδες θα οδηγηθούν την επομένη σε τρίτο αγώνα μπαράζ για να ξεκαθαρίσει εκεί η πρόκριση. Οι αφόρητοι πόνοι του, του υποδεικνύουν ότι δε θα μπορέσει να συμμετάσχει στο τρίτο αυτό παιχνίδι. Οι αντίπαλοι είναι όλοι αστέρες του ιταλικού μπάσκετ και ο ίδιος πολυτιμότατος για τη δική του ομάδα. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια να λείψει. 6 δεύτερα στο ρολόι. Μια αριστερή στροφή για να ξεμαρκαριστεί και ένα τζαμπ σουτ. Η μπάλα πάει μέσα, ο κόσμος παραληρεί, η ΑΕΚ βρίσκεται στον τελικό. Πρόκειται ίσως για το σπουδαιότερο καλάθι στην ιστορία του Δικεφάλου και ο σκόρερ του δεν θα μπορούσε να είναι κάποιος τυχαίος: είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών, ο Γιώργος Τρόντζος.

Τόνι Σαβέβσκι



Όταν στα τέλη του Νοέμβρη του 1988 έφτανε στην Ελλάδα για λογαριασμό της ΑΕΚ πιθανότατα δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα υπηρετούσε αυτήν την ομάδα, από διάφορα πόστα, για περισσότερα από 22 χρόνια της ζωής του. Ότι θα την αγαπούσε σε τέτοιο βαθμό που θα δάκρυζε μιλώντας για το τι σημαίνει εκείνη για τον ίδιο. Ότι οι οπαδοί της θα τον λάτρευαν σαν ιερό τοτέμ και οι αντίπαλοι θα τον εκτιμούσαν καθολικά. Ο λόγος για τον μέγιστο Τόνι Σαβέβσκι.


Η θητεία στη Βαρντάρ και το … σχεδόν πρωτάθλημα
Ο Τόνι Σαβέβσκι γεννήθηκε στις 14 Ιουνίου 1963 στο Μοναστήρι (Μπίτολα στα σλαβικά) της τότε ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Ποδόσφαιρο έμαθε στις τάξεις της Πέλιστερ, ομάδας της γενέτειράς του, αλλά η επαγγελματική του καριέρα ξεκίνησε από τη Βαρντάρ, στην οποία εντάχθηκε το 1980, σε ηλικία 17 ετών. Ο σύλλογος των Σκοπίων ήταν ένα σχετικά σταθερό συγκρότημα Α’ κατηγορίας, τερματίζοντας συνήθως στη μέση του πίνακα (με «ταβάνι» την 5η θέση), ενώ στο παλμαρέ του ξεχώριζε το εθνικό κύπελλο του 1961. Ο νεαρός αριστεροπόδαρος μέσος εξελίχτηκε γρήγορα σε βασικό στέλεχος της ομάδας του και μέχρι το μέσον της σαιζόν 1988-89 μέτρησε στο γιουγκοσλαβικό πρωτάθλημα 214 συμμετοχές και 11 τέρματα.

Ντέμης Νικολαΐδης


Εκατοντάδες, χιλιάδες είναι οι ποδοσφαιριστές που με τις ικανότητες ή την προσωπικότητα τους ή χάρη και στα δύο μαζί κερδίζουν μια θέση στα βιβλία ιστορίας των ομάδων όπου αγωνίζονται, παράλληλα με την εκτίμηση, τον θαυμασμό ή την αγάπη των οπαδών. Πόσοι είναι εκείνοι όμως που ταυτίζονται με τον σύλλογο του οποίου φοράνε τη φανέλα, που ενσαρκώνουν τα ιδανικά και τις αξίες που αυτός πρεσβεύει και που λατρεύονται από τον κόσμο ως ζωντανοί θρύλοι; Ελάχιστοι. Κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντα, στο κλειστό αυτό κλαμπ ανήκει και ένας παίκτης που μεγάλωσε στην ίδια μ’ αυτόν πόλη (και σχεδόν στην ίδια γειτονιά), ένας παίκτης που αποτέλεσε τον ήρωα των παιδικών του χρόνων. Ο Ντέμης Νικολαΐδης.

Τα κατορθώματα του Ντέμη βέβαια δεν είναι άγνωστα, ακόμα και στους νεαρότερους ΑΕΚτζήδες. Σχετικά πρόσφατη είναι άλλωστε και η συνέντευξη-μαμούθ που παραχώρησε ο ίδιος στη Nova, η οποία μάλιστα βρίσκεται πλέον ολόκληρη και ελεύθερη προς θέαση στο Youtube. Επομένως δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβουμε και από αυτήν εδώ την μικρή γωνιά του κιτρινόμαυρου διαδικτύου μια βαρετή, γραμμική εξιστόρηση του ποδοσφαιρικού του βίου. Ας αρκεστούμε σε μια σύντομη περίληψη και ας προτιμήσουμε να εμβαθύνουμε καλύτερα στο «φαινόμενο Ντέμης», στους λόγους για τους οποίους αποτελεί τόσο σημαίνον κεφάλαιο για την Ιστορία της ΑΕΚ.

Ντούσαν Μπάγεβιτς


Είναι ο άνθρωπος που άλλαξε τον ρου της ιστορίας της ομάδας μας δύο φορές. Την πρώτη προς το καλύτερο, τη δεύτερη προς το χειρότερο. Έχει συνεισφέρει στα 6 από τα 11 πρωταθλήματα που έχει κατακτήσει ο σύλλογος, σε παραπάνω από τα μισά δηλαδή, αλλά έχει πρωταγωνιστήσει και στη διάλυση της dream-team που ο ίδιος είχε κτίσει. Θα μπορούσε σήμερα να αποτελεί τον μέγιστο των θρύλων, τον «Πατριάρχη» της ΑΕΚ. Αντ’ αυτού, θεωρείται -και δικαιολογημένα- ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα στα κιτρινόμαυρα χρονικά. Ο λόγος για τον αποκαλούμενο «Πρίγκιπα του Νερέτβα», τον εξαίρετο ποδοσφαιριστή και πολυνίκη προπονητή, Ντούσαν Μπάγεβιτς.


Η λαμπρή ποδοσφαιρική του καριέρα
Ο Μπάγεβιτς γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1948 στο Μόσταρ της Ερζεγοβίνης. Την περίοδο 1966-67 εντάχθηκε στις τάξεις του ποδοσφαιρικού σωματείου της γενέτειράς του, της Βελέζ. Από την επόμενη κιόλας σαιζόν καθιερώθηκε βασικός, αφενός λόγω του προπονητή του, Σουλεϊμάν Ρέμπατς, που επιθυμούσε να ανανεώσει το έμψυχο δυναμικό της ομάδας, αφετέρου χάρη στο ατόφιο ταλέντο του και τις ποδοσφαιρικές αρετές του που δεν άργησαν να φανούν. Ο Μπάγεβιτς ήταν ένα υψηλόσωμο σέντερ-φορ, όχι ιδιαίτερα γρήγορος, αλλά προικισμένος με εξαιρετική τεχνική κατάρτιση σε όλους τους τομείς: ντρίμπλα, κοντρόλ, σουτ, πάσα. Άριστος επίσης κεφαλοσφαιριστής, ικανός και στις εκτελέσεις στημένων και φυσικά πάνω απ’ όλα «γεννημένος σκόρερ».

Γιώργος Αμερικάνος


Η 7η Οκτωβρίου 2013 θα μείνει στην Ιστορία ως μία μέρα πένθους για την οικογένεια της ΑΕΚ. Ο ηγέτης της Βασίλισσας τη δεκαετία του ’60 και πρωταγωνιστής στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κυπελλούχων 1968, Γιώργος Αμερικάνος, έχασε την τρίχρονη μάχη που έδινε για τη ζωή του, μετά από διπλό εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί. Ένα αφιέρωμα στον μπασκετικό του βίο και τα κατορθώματά του είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής που μπορεί να αποτίσει το One love AEK στη μνήμη του κορυφαίου άσου.

Από τη Νίκαια, μέσω των γραφείων του ΠΑΟ, στην ΑΕΚ
Γιος προσφύγων από τη Μικρά Ασία, ο Γιώργος Αμερικάνος γεννήθηκε στη Νίκαια, στις 21 Δεκεμβρίου 1942. Από πολύ μικρός έδειξε την κλίση του στον αθλητισμό και ειδικά στο μπάσκετ και έτσι το 1955 υπέγραψε δελτίο στην τοπική ΧΑΝ. Στο σύλλογο της Νίκαιας με την μακρά μπασκετική παράδοση, το σπάνιο ταλέντο του δεν άργησε να αναδειχθεί. Το 1959, θεωρούμενος ως ο καλύτερος ανερχόμενος παίκτης στη χώρα, αποτέλεσε το μήλον της έριδος ανάμεσα στους μεγάλους του ελληνικού αθλητισμού. Αν και βρέθηκε μια ανάσα από το να υπογράψει στον Παναθηναϊκό, ο 17χρονος Αμερικάνος διάλεξε τελικά την ΑΕΚ. Ο μύθος θέλει τον τότε παίκτη του Δικεφάλου, Νίκο Τερκεσίδη, να παίζει τον καθοριστικό ρόλο για την πραγματοποίηση της μεγάλης μεταγραφής: η πρόταση του ΠΑΟ οικονομικά ήταν η πιο δελεαστική και ο Αμερικάνος προσήλθε στα γραφεία του Τριφυλλιού, έτοιμος να υπογράψει συμβόλαιο στους πράσινους. Εκεί έσπευσε να τον συναντήσει ο Τερκεσίδης, τον προέτρεψε να φύγει, προφασιζόμενος ότι θέλει να πάει τουαλέτα και τον έπεισε να συνεχίσει στην Ένωση, την ομάδα που υποστήριζε λόγω καταγωγής η οικογένειά του.

Μηνάς Γκέκος


Η δεκαετία του ’80 υπήρξε μια δύσκολη εποχή, όχι μόνο για την ποδοσφαιρική ΑΕΚ, αλλά και για την αντίστοιχη μπασκετική. Η Βασίλισσα διένυε και αυτή «πέτρινα χρόνια» και η πορεία της ομοίαζε εκπληκτικά με αυτήν του ποδοσφαιρικού τμήματος: στο πρωτάθλημα πραγματοποιούσε χαμηλές πτήσεις, στην Ευρώπη αδυνατούσε να επαναλάβει τις πορείες του παρελθόντος, ενώ η μοναδική διάκριση έμελλε να έρθει στο Κύπελλο Ελλάδας. Οι ομοιότητες όμως δεν σταματούν εδώ. Όπως στο ποδόσφαιρο υπήρχε ο Θωμάς Μαύρος, ο παίκτης-σημαία που έδινε πάντα το παρόν στα δύσκολα και συσπείρωνε χάρη στο άστρο του τους οπαδούς, ανάλογη εμβληματική φιγούρα αναδείχθηκε και στις τάξεις της Βασίλισσας. Ο Μηνάς Γκέκος.

ΑΕΚτζής και μπασκετόφιλος από κούνια
Ο Γκέκος γεννήθηκε στις 7 Νοεμβρίου 1959, στην ελληνική συνοικία Ταταύλα της Κωνσταντινούπολης. Μαθητής του Δημοτικού ακόμα, γράφτηκε στον ομώνυμο τοπικό αθλητικό σύλλογο, όπου ασχολήθηκε με μια πλειάδα αθλημάτων: στίβο, βόλεϊ, πινγκ-πονγκ. Τελικά αυτή που τον κέρδισε ήταν η πορτοκαλί μπάλα και στην ηλικία των 12 αποφάσισε να αφοσιωθεί πλήρως στο μπάσκετ. Δύο χρόνια αργότερα, η οικογένειά του μετακόμισε στο βόρειο κομμάτι της Βασιλεύουσας. Οι Τούρκοι φίλοι με τους οποίους συναναστρεφόταν ο Μηνάς στη νέα του γειτονιά, διέκριναν το ταλέντο του και τον παρότρυναν να υπογράψει δελτίο στην ITU, μια παραδοσιακή μπασκετική ομάδα της Πόλης. Η ανέλιξή του ήταν ραγδαία: το 1975, μόλις στα 16 του, αναδείχθηκε κορυφαίος νέος παίκτης της Τουρκίας.

Θωμάς Μαύρος


28 Οκτωβρίου 1989. Η ΑΕΚ υποδέχεται στη Νέα Φιλαδέλφεια τον Πανιώνιο. Στο 27ο λεπτό της αναμέτρησης εκτυλίσσεται μια σκηνή εκπληκτική: η ομάδα της Νέας Σμύρνης σημειώνει γκολ και οι οπαδοί του Δικεφάλου σηκώνονται όρθιοι και επευφημούν τον σκόρερ. Ποιος είναι ο ποδοσφαιριστής αυτός, που είναι ικανός να προκαλέσει τέτοια αντίδραση; Ένα σύνθημα που εξαπλώνεται από άκρη σε άκρη στην ενωσίτικη κερκίδα, ξεδιαλύνει άμεσα την απορία: «Ποιος, ποιος, ποιος, ο Μαύρος, ο θεός!». Ο ανεπανάληπτος Θ(ε)ωμάς, το απόλυτο ίνδαλμα μιας ολόκληρης γενιάς ΑΕΚτζήδων, δε θα μπορούσε να λείπει από το Hall of Fame της μικρής αυτής κιτρινόμαυρης γωνιάς του διαδικτύου.


Από μικρός στα βαθιά
Ο Θωμάς Μαύρος γεννήθηκε στις 31 Μαΐου 1954 στην Καλλιθέα. Ο πατέρας του διέκρινε αμέσως την έμφυτη κλίση του στο ποδόσφαιρο και σε ηλικία 11 χρόνων, τον έγραψε στις ακαδημίες του Πανιωνίου. Η πρόοδός του στο σύλλογο της Νέας Σμύρνης ήταν ραγδαία. 15ετής βρέθηκε να προπονείται ήδη με την πρώτη ομάδα, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου 1970, στα 16 του, ο προπονητής του τότε, Τζο Μάλετ, του έδωσε την ευκαιρία να ντεμπουτάρει στην Α’ Εθνική. Έως το τέλος της σεζόν 1970-71 ο έφηβος στράικερ κατάφερε να κερδίσει μόνιμη θέση στη βασική ενδεκάδα, ενώ ένα χρόνο αργότερα πήρε το βάπτισμα του πυρός και με την Εθνική, σε φιλικό κόντρα στην Ολλανδία. Μέσα στην επόμενη τριετία, χάρη στα αθλητικά του προσόντα και την έφεσή του στο σκοράρισμα, καθιερώθηκε στις συνειδήσεις των φιλάθλων, ως ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που είχε αναδείξει ποτέ το ελληνικό ποδόσφαιρο. Η μεταγραφή σε έναν από τους «μεγάλους» του πρωταθλήματος ήταν θέμα χρόνου.

Μίμης Παπαϊωάννου


Μια από τις πιο προσφιλείς συνήθειες των μελετητών της ιστορίας του ελληνικού ποδοσφαίρου αποτελεί η συζήτηση με αντικείμενο τους κορυφαίους: ποια ομάδα έχει παίξει το καλύτερο ποδόσφαιρο, ποια έχει συμμετάσχει με μεγαλύτερη επιτυχία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ποιος είναι ο καλύτερος προπονητής, ποιος είναι ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής. Σ’ αυτό το τελευταίο ερώτημα, οι δημοσιογράφοι των δήθεν αντικειμενικών εφημερίδων προτείνουν ως απάντηση τον Βασίλη Χατζηπαναγή. Το σκεπτικό τους; Ενδεχόμενη επιλογή παίκτη που έχει συνδέσει το όνομά του με την ΑΕΚ ή τον ΠΑΟ, θα εξόργιζε τους, παραδοσιακά ανίκανους να κρίνουν αντικειμενικά, οπαδούς του ΟΣΦΠ, οι οποίοι αποτελούν σε μέγιστο βαθμό το αναγνωστικό κοινό των εν λόγω φυλλάδων. Ο Ηρακληδέας «Βάσια» λοιπόν, προσφερόταν ως η τέλεια «ανώδυνη» λύση. Με όλο τον σεβασμό στον τεράστιο «Έλληνα Νουρέγιεφ», που ομολογουμένως υπήρξε απαράμιλλος παραγωγός θεάματος, το ποδόσφαιρο δεν είναι χορός. Για να τοποθετηθεί κανείς στην κορυφή χρειάζεται να συνδυάζει τεχνική αρτιότητα, φυσικά προσόντα, οξύνοια, διάρκεια στο υψηλό επίπεδο, προσωπικότητα, επιδόσεις, συνεισφορά σε αγωνιστικές επιτυχίες. Όλες αυτές τις παραμέτρους έλαβε υπόψη η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου (IFFHS) και τον Ιανουάριο του 1999 ανακήρυξε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα, έναν παίκτη που τίμησε για 17 χρόνια την φανέλα με τον Βυζαντινογέννητο Δικέφαλο: τον Μίμη Παπαϊωάννου.


Κώστας Νεστορίδης


Η στήλη Hall of Fame εγκαινιάζεται με ένα αφιέρωμα στο μεγαλύτερο στράικερ που γέννησε το ελληνικό ποδόσφαιρο, έναν πραγματικό μάγο της μπάλας με άψογη τεχνική κατάρτιση και φοβερή αίσθηση του γκολ, που αν έπαιζε στις μέρες μας, θα συγκαταλέγονταν χωρίς υπερβολή στην κορυφαία 11άδα του κόσμου. Έναν άνθρωπο που δόξασε όσο λίγοι τη φανέλα με το Δικέφαλο Αετό στο στήθος: τον Κώστα Νεστορίδη. Ας ξετυλίξουμε το κουβάρι της ποδοσφαιρικής ζωής του.

Τα πρώτα δύσκολα χρόνια
Ο θρυλικός Νέστορας γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1930 στην πόλη της Δράμας από γονείς πρόσφυγες από τον Πόντο. Ο πατέρας του Γιώργος, φτωχός βιοπαλαιστής, ασχολούνταν κυρίως με μεταφορές, ενώ η μητέρα του Κυριακή καθάριζε σπίτια πλουσίων για να ενισχύσει τον άντρα της. Το 1933 η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα και η εφηβεία βρίσκει το Νεστορίδη να τριγυρίζει στα σοκάκια της Καλλιθέας άλλοτε ως λούστρος με το κασελάκι του και άλλοτε ως πωλητής λαθραίων τσιγάρων. Ο αδερφός του Χρήστος δουλεύει και αυτός, ως βοηθός τσαγκάρη. Κάθε απόγευμα γυρνώντας στο σπίτι του από τη δουλειά, ο μικρός Κώστας παίζει στην αλάνα της γειτονιάς του με μια αυτοσχέδια μπάλα φτιαγμένη από παλιές τρύπιες κάλτσες.

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας