Εκ πρώτης όψεως ένας τέτοιος βαρύγδουπος τίτλος, στο δεδομένο χρονικό σημείο και συνυπολογισθέντος του υφιστάμενου κοινωνικοοικονομικού πλαισίου, αναπόφευκτα θα προκαλέσει θυμηδία. Δικαίως. Η παραδοχή αυτή δεν υποκρύπτει κάποιο λογοτεχνικό τέχνασμα για να κερδηθεί εν συνεχεία η εύνοια του αναγνώστη. Πρόκειται για ειλικρινή πεποίθηση.
Ο μη ανήκων στην αυτοαποκαλούμενη «αριστεία» κάτοικος της χώρας δεν ξέρει αν αύριο θα είναι σε θέση να καλύψει τις εν γένει βιοτικές του ανάγκες, δεν ξέρει αν θα επιβιώσει εφόσον χρειαστεί νοσηλεία στο διαλυμένο δημόσιο σύστημα υγείας, δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν διατηρεί ακόμα τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματά του, ταυτόχρονα δε πρέπει να προσεύχεται μην τύχει και αδικοπραγήσει σε βάρος του κάποιος «Άριστος» γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση όχι απλά δε θα βρει ποτέ το δίκιο του, αλλά πολύ πιθανόν να κυνηγηθεί ο ίδιος. Όλα αυτά μέσα σε ένα βόρβορο σκατοψυχιάς, μισανθρωπιάς, μισαλλοδοξίας και αποκτήνωσης, όπου η επικράτηση του ισχυρότερου, το πάτημα επί πτωμάτων και η απαξίωση όχι μόνο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας αλλά και της ίδιας της ανθρώπινης ζωής αποτελούν αποδεκτή νόρμα. Μέσα σε αυτόν το ζόφο λοιπόν ποιος ασχολείται με Μελισσανίδηδες, απομελισσανιδοποιήσεις και τέτοια κουραφέξαλα;



