Menu

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Original, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Original

Βασίλισσα και μπασκετικές «σημαίες» που άλλαξαν ιστό


Όπως θα θυμάστε οι παλιοί αναγνώστες του blog, σε προηγούμενα αφιερώματα της στήλης είχαμε εξετάσει περιπτώσεις ποδοσφαιριστών-«σημαιών» αντίπαλων ομάδων που φόρεσαν σε κάποια φάση της καριέρας τους τα κιτρινόμαυρα, αλλά και το αντίστροφο, περιπτώσεις παικτών-ινδαλμάτων των Ενωσιτών που μεταγράφηκαν στους πολεμίους μας. Σήμερα θα επιχειρήσουμε κάτι αντίστοιχο και για το μπάσκετ. Θα θυμηθούμε καλαθοσφαιριστές που είτε έκαναν μεγάλη καριέρα στους άμεσους ανταγωνιστές μας και εν συνεχεία έπαιξαν και για λογαριασμό μας, είτε συνδέθηκαν αρχικά με τη Βασίλισσα και αργότερα βρέθηκαν σε κάποιον από τους 4 παραδοσιακούς μπασκετικούς μας αντιπάλους, τους Παναθηναϊκό, Ολυμπιακό, Άρη και ΠΑΟΚ.


Από αντιπάλους στην ΑΕΚ

Απόστολος Κόντος
Γεννήθηκε το 1947 στη Νέα Χαλκηδόνα και ξεκίνησε την μπασκετική του καριέρα το 1962 από τον Ιωνικό της διπλανής Νέας Φιλαδέλφειας, όπου αγωνίστηκε μέχρι το 1969. Παρά την προσφυγική του καταγωγή, τη γειτνίαση  και το γεγονός ότι η ΑΕΚ ήταν ακόμη η ομάδα που μεσουρανούσε, ο επόμενος σταθμός στην καριέρα του παίκτη δεν ήταν η Ένωση, αλλά ο Παναθηναϊκός. Στο Τριφύλλι ο Κόντος έμελλε να εξελιχτεί σε έναν από τους καλύτερους small forward και τους ικανότερους σουτέρ στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ. Σε 14 χρόνια με την πράσινη φανέλα (στα 12 από τα οποία διετέλεσε μάλιστα και αρχηγός) μέτρησε 9 πρωταθλήματα, 3 κύπελλα και μια πορεία ως τα ημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών (1972). Στην ομάδα μας εντάχθηκε τελικά το 1983 και παρέμεινε ως το 1987, όταν στην ηλικία των 40 αποφάσισε να αποσυρθεί. Επρόκειτο όμως για μια πολύ δύσκολη περίοδο για τη Βασίλισσα που όχι μόνο αδυνατούσε να κάνει πρωταθλητισμό, ανταγωνιζόμενη τον Άρη των Γκάλη-Γιαννάκη, αλλά έφτασε στο σημείο να παίξει έως και μπαράζ σωτηρίας (1986). Συνολικά στην Α’ Εθνική και Α1 κατηγορία ο Κόντος έπαιξε 412 ματς, σκοράροντας 8.712 πόντους (μέχρι και σήμερα παραμένει ο πρώτος σκόρερ στην ιστορία του ΠΑΟ στην Α/Α1). Με την Εθνική σημείωσε 1.114 πόντους σε 114 αγώνες και συμμετείχε στα Ευρωμπάσκετ του 1973 και 1975. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την τοπική αυτοδιοίκηση και υπήρξε υποψήφιος δήμαρχος Φιλαδέλφειας-Χαλκηδόνας στις εκλογές του 2014.


Μπάνε Πρέλεβιτς
Ο τωρινός πρόεδρος της ΚΑΕ ΠΑΟΚ υπήρξε ένας από τους καλύτερους ξένους καλαθοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί στη χώρα μας. Ο πρώτος επαγγελματικός σταθμός της καριέρας του ήταν ο Ερυθρός Αστέρας του Βελιγραδίου (της γενέτειράς του), το 1986. Δυο χρόνια αργότερα, στα 22 του, ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του ΠΑΟΚ. Την επόμενη 8ετία, ως το 1996, αποτέλεσε την ηγετική φυσιογνωμία των Θεσσαλονικέων και το αντίπαλο δέος (από πλευράς «ασπρόμαυρων») στο Νίκο Γκάλη, στη θέση του shooting guard. Οι ατομικές του επιδόσεις και η συνεισφορά του σε τίτλους τον έκαναν σύνθημα στα χείλη των οπαδών της ομάδας της Τούμπας (το γνωστό «Ω Μπάνε, Μπάνε»). Συμμετείχε στην κατάκτηση συνολικά 4 τίτλων: ενός πρωταθλήματος (1992), ενός κυπέλλου (1995), και δύο ευρωπαϊκών (Κυπελλούχων 1991, Κόρατς 1993). Τη σαιζόν 1996-97 αποχώρησε για την Βίρτους «Κίντερ» Μπολόνια, όπου αναδείχτηκε κυπελλούχος Ιταλίας και το καλοκαίρι του 1997 εντάχθηκε στην δευτεραθλήτρια τότε Ένωση του Γιάννη Ιωαννίδη. Στα δύο χρόνια που αγωνίστηκε με τον ορίτζιναλ Δικέφαλο στο στήθος σημείωσε συνολικά 374 πόντους σε 52 ματς Α1 (7,2 π/α), ενώ βίωσε τρεις χαμένους τελικούς: Κίντερ-ΑΕΚ 58-44 για την Ευρωλίγκα του 1998, Άρης-ΑΕΚ 71-68 για το Κύπελλο Ελλάδας της ίδιας χρονιάς και ΑΕΚ-ΠΑΟΚ 54-71 για το Κύπελλο του 1999. Οι Ενωσίτες θα τον θυμόμαστε κυρίως για το κρίσιμο τρίποντο με το οποίο «σκότωσε» την Μπενετόν Τρεβίζο του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στον ημιτελικό του Final-4 της Ευρωλίγκας και μας χάρισε την πρόκριση για το μεγάλο τελικό με την Κίντερ. Ο Μπάνε αποσύρθηκε από την ενεργό δράση στο τέλος της σαιζόν 1999-2000 ως παίκτης του αγαπημένου του ΠΑΟΚ και αργότερα διετέλεσε και προπονητής του. Μέχρι σήμερα παραμένει ο δεύτερος σκόρερ στην ιστορία του συλλόγου στην Α/Α1 (με 4.427 πόντους), τέταρτος σε συμμετοχές (με 237 ματς), πρώτος σε εύστοχες βολές (911), δεύτερος σε εύστοχα δίποντα (975), δεύτερος σε τρίποντα (522), τρίτος σε ασίστ (533) και δεύτερος σε κλεψίματα (300).



Από την ΑΕΚ σε αντιπάλους

Μηνάς Γκέκος
Ίσως η μεγαλύτερη μπασκετική «σημαία» της Ένωσης μετά τον αείμνηστο Γιώργο Αμερικάνο. Εκτενέστατο αφιέρωμα στον Κωνσταντινουπολίτη πλέι-μέικερ που υπηρέτησε συνολικά 18 χρόνια τη Βασίλισσα (1976-1991 & 1994-1995 ως παίκτης, 1995-1996 ως βοηθός προπονητή, 2010 ως προπονητής) και παραμένει ο πρώτος σκόρερ της συνολικά σε όλες τις διοργανώσεις, μπορείτε να βρείτε στη στήλη «Hall of Fame» του One love AEK κλικάροντας εδώ. Στο παρόν άρθρο μεταφέρω μόνο το απόσπασμα σχετικά με την αποχώρησή του από την ΑΕΚ για τον Παναθηναϊκό το 1991: «Στην εισαγωγή του αφιερώματος, παρομοίασα το Μηνά Γκέκο με το Θωμά Μαύρο, καθώς και οι δύο υπήρξαν τα σύμβολα μιας ολόκληρης ΑΕΚτζήδικης γενιάς. Δυστυχώς η ομοιότητα εκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο οι κιτρινόμαυρες διοικήσεις φέρθηκαν στους δύο αυτούς παίκτες. Το καλοκαίρι του 1991, οι διοικούντες του τμήματος μπάσκετ του Δικεφάλου έκριναν πως ο αρχηγός της ομάδας δεν της ήταν πλέον απαραίτητος και δεν του ανανέωσαν το συμβόλαιο. Παράλληλα διέρρευσαν στον Τύπο, πως ο Γκέκος δήθεν δημιουργούσε προβλήματα στα αποδυτήρια και επιθυμούσε να πάρει μεταγραφή σε άλλη ομάδα χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο Μηνάς αποφάσισε να αποδεχτεί την πρόταση συνεργασίας του Παναθηναϊκού και υπέγραψε συμβόλαιο με το Τριφύλλι. Αυτή θα ήταν ουσιαστικά και η πρώτη φορά που θα «έβγαζε» χρήματα από την ενασχόλησή του με το μπάσκετ, καθώς στην ΑΕΚ αμείβονταν πενιχρά, ενώ η κιτρινόμαυρη διοίκηση του χρωστούσε 13,5 εκατομμύρια δραχμές, δεδουλευμένα τα οποία μένοντας ελεύθερος, τα χάρισε! Όλοι ανέμεναν πλέον την επιστροφή του Μηνά στο «Γεώργιος Μόσχος» ως αντιπάλου. Η μοίρα τα έφερε έτσι, ώστε να συντελεστεί μόλις στην 1η αγωνιστική της νέας σεζόν. Μπαίνοντας στο κλειστό, ο Γκέκος γνώρισε την αποθέωση από το κοινό της ομάδας, και παρότι ντυμένος στα πράσινα, ανέμισε ένα κιτρινόμαυρο κασκόλ, σε ανταπόδοση της αγάπης που εισέπραξε. Κατά τη διάρκειά του αγώνα όμως, έβαλε στην άκρη το συναίσθημα και με 28 πόντους εκτέλεσε την πρώην ομάδα του και οδήγησε στη νίκη τον Παναθηναϊκό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεταστραφεί το κλίμα στις κερκίδες και πολλοί οπαδοί να αρχίσουν να του πετάνε κέρματα και να τον καθυβρίζουν! Η απάντηση του Μηνά ήταν «Να τα πείτε στη διοίκηση αυτά»…».


Κώστας Παταβούκας
Για μια οκταετία, από το 1985 ως το 1993, αποτέλεσε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της ενωσίτικης κερκίδας. Το όνομά του είχε γίνει σύνθημα μαζί με αυτά των Γκέκου και Γιαννόπουλου την εποχή των Μοϊκανών (1988): «Με τον Γκέκο, τον Αλέξη, τον Παταβούκα και τ’ άλλα παιδιά…». Ο γεννημένος το 1966 point guard μεταγράφηκε στην ΑΕΚ από τον Αστέρα Εξαρχείων το 1985. Αναδείχτηκε φιναλίστ του Κυπέλλου Ελλάδας δύο φορές (1988 και 1992 – και στις δύο περιπτώσεις ηττηθήκαμε από τον πανίσχυρο Άρη των Γκάλη-Γιαννάκη), ενώ εκπροσώπησε την ομάδα μας στο Ευρωμπάσκετ του 1989 (όπου η «Επίσημη Αγαπημένη» κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο) και στο Μουντομπάσκετ του 1990 (6η θέση για την Εθνική). Σε 244 ματς για όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο, Α1) σημείωσε 3.368 πόντους, ενώ ειδικότερα στην Α1, οι αριθμοί του έφτασαν τους 166 αγ. - 2.429 π. (πηγή: ashton via AEKplanet). Η φυγή του το 1993 για τον Παναθηναϊκό άφησε πικρή γεύση στον κόσμο, που είδε την ομάδα να αποδυναμώνεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς ταυτόχρονα αποχώρησε για τον ΠΑΟΚ και ο Νάσος Γαλακτερός, ένας παίκτης που επίσης είχε τα φόντα να εξελιχθεί σε «σημαία» αν έμενε παραπάνω χρόνια. Στους «πράσινους» ο Παταβούκας έπαιξε ως το 1999, με ένα διάλειμμα μιας σαιζόν (1996-97 – Βίρτους Μπολόνια). Πανηγύρισε την κατάκτηση της Ευρωλίγκας του 1996 και των πρωταθλημάτων του 1998 και 1999. Ασχολήθηκε αργότερα με την πολιτική.


Νίκος Χατζής
Ό,τι και να πει κανείς για το Νίκο Χατζή είναι λίγο. Πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους μπασκετμπολίστες στην ιστορία της Ένωσης και η θέση του στο κιτρινόμαυρο Hall of Fame βρίσκεται πολύ ψηλά, πιο πάνω από Γκούμα, Παταβούκα, Ζούπα, ανάμεσα στους Μόσχο, Αμερικάνο, Τρόντζο, Γκέκο. Πρωταθλητής Κόσμου με την Εθνική Εφήβων το 1995, βρέθηκε το ίδιο καλοκαίρι στην ΑΕΚ του Γιάννη Φιλίππου. Ο Καλαματιανός shooting guard αγωνίστηκε συνολικά 12 χρόνια (1995-2005 & 2007-2009) με την κιτρινόμαυρη φανέλα, συνέβαλε ως αρχηγός στην κατάκτηση του Κυπέλλου Σαπόρτα το 2000, του πρωταθλήματος του 2002 και των κυπέλλων του 2000 και 2001, ενώ τα προσωπικά του στατιστικά και τα ρεκόρ του προκαλούν ίλιγγο: είναι ο πρώτος σκόρερ της Βασίλισσας στην Α1 με 3.726 πόντους, ο πρώτος σε συμμετοχές με 371 ματς, ο πρώτος σε εύστοχες βολές (909), σε εύστοχα τρίποντα (471), σε ασίστ (689) και σε κλεψίματα (306). Συνολικά σε 558 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο και Ευρώπη) έχει καταγράψει (πηγή: AIFC) 5.508 πόντους, 1.116 ριμπάουντ, 978 ασίστ, 453 κλεψίματα και 19 τάπες, με τα ποσοστά ευστοχίας του να κυμαίνονται σε 82% για βολές, 48% για δίποντα, 39% για τρίποντα. Κι όμως παρόλα τα παραπάνω επιτεύγματα, ο μέγας αυτός παιχταράς και αρχηγός είδε δύο φορές με πολύ άσχημο τρόπο την πόρτα της εξόδου από την αγαπημένη του ομάδα: την πρώτη (2005) τον εκπαραθύρωσε η διοίκηση Φιλίππου, ενώ τη δεύτερη (2009) η «ορίτζιναλ διοίκηση» Καραμανλή, επειδή έκανε το «λάθος» να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του! Και στις δύο περιπτώσεις οι ομάδες στις οποίες κατέφυγε ο Χατζής επέσυραν την μήνιν μερίδας των Ενωσιτών οπαδών. Στην πρώτη έξοδο του παίκτη αρχικό καταφύγιο αποτέλεσε ο ΟΣΦΠ στον οποίο βάσει συμβολαίου έγινε αναγκαστικά και «μέλος» (ήταν εκείνη η εποχή που ο «Κρόκους» είχε εφεύρει έναν ακόμα τρόπο για να αφαιμάξει τα πρόβατα), ενώ στη δεύτερη ο Ηλυσιακός που έμελλε να παίξει ρόλο στη συμπαιγνία για τον υποβιβασμό της Βασίλισσας το 2011. Σήμερα ο Νίκος στα 38 του έχει αφήσει πίσω του την Α1 και αγωνίζεται με τον Αρκαδικό στην δεύτερη τη τάξει κατηγορία του πρωταθλήματος. Είθε κάποια στιγμή να αποκατασταθεί, από οποιοδήποτε πόστο μπορεί να προσφέρει, στο σύλλογο με τον οποίον έχει ταυτιστεί. Ως αγαπημένος παίκτης του γράφοντος (παρόλο που γενικά δεν συμπαθεί ιδιαίτερα την πορτοκαλί μπάλα) θα έχει σύντομα ξεχωριστό εκτενές αφιέρωμα στη στήλη Hall of Fame.

Δήμος Ντικούδης
Κατέφθασε στο Δικέφαλο το καλοκαίρι του 1998, σε ηλικία 21 ετών από την Ολύμπια Λάρισας όπου είχε ξεκινήσει το μπάσκετ δυο χρόνια νωρίτερα και εξελίχτηκε σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές στις επιτυχίες των αρχών του νέου μιλένιουμ. Δυναμικός αλλά και αρκετά τεχνίτης power forward, έδωσε το παρόν και στις 4 κατακτήσεις τίτλων της εποχής Φιλίππου. Ειδικά στο πρωτάθλημα του 2002 και στην ανατροπή στη σειρά των τελικών με τον Ολυμπιακό (από 0-2 σε 3-2) έπαιξε καθοριστικό ρόλο, γεγονός που του χάρισε τον τίτλο του MVP της λίγκας. Το καλοκαίρι του 2003 πωλήθηκε στη Βαλένθια, τον επόμενο χρόνο έπαιξε στην ΤΣΣΚΑ με την οποία κατέκτησε το ρωσικό νταμπλ για να επιστρέψει πάλι στους Βαλενθιάνους για τη σαιζόν 2005-06. Το καλοκαίρι του 2006, κουβαλώντας τις δάφνες του πρωταθλητή Ευρώπης και δευτεραθλητή Κόσμου με την Εθνική αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα. Όχι όμως για λογαριασμό της ήδη σε φθίνουσα πορεία ΑΕΚ, αλλά του Παναθηναϊκού. Καθαρά «επαγγελματικά» η απόφασή του ήταν σωστή, αφού πανηγύρισε το σπάνιο επίτευγμα του «Triple Crown» (εγχώριο νταμπλ & Ευρωλίγκα), συν ένα ακόμα νταμπλ το 2008. Στη συνέχεια αγωνίστηκε στον Πανιώνιο (2008-09), αλλά και στους δύο πάλαι ποτέ ανταγωνιστές της Ένωσης εκ Θεσσαλονίκης, τους Άρη (2009-10) και ΠΑΟΚ (2011-12). Ανάμεσα στις θητείες του στους δύο «αιώνιους της συμπρωτεύουσας» μεσολάβησε η επιστροφή του στη Βασίλισσα, ίσα-ίσα για να γευτεί το πικρό ποτήρι του υποβιβασμού της ομάδας που αγάπησε και αγαπήθηκε. Προσωπικά πάντως πιστεύω πως ήταν μαζί με τους Νικολαΐδη, Καστλ και Γκράντι (όσο πρόλαβε να παίξει) από τους διασωθέντες του αγωνιστικού μας ναυαγίου καθ’ όλη τη διάρκεια της σαιζόν. Τα stats του με τη φανέλα μας (πηγή: AIFC): 243 ματς σε όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο, Ευρώπη), 2.781 πόντοι, 1.392 ριμπάουντ, 231 ασίστ, 164 κλεψίματα, 92 τάπες, 67% ευστοχία στις βολές, 55% στα δίποντα, 34% στα τρίποντα. Ο Δήμος βρίσκεται σήμερα στις τάξεις της ομάδας μας από το πόστο του Αθλητικού Διευθυντή.

Μιχάλης Κακιούζης
Η μοίρα τα ‘φερε έτσι ώστε και ο τρίτος της παρέας των μεγάλων Ελλήνων πρωταγωνιστών των πρώτων ετών της νέας χιλιετίας και άξιος υποψήφιος για Hall of Famer να φορέσει τη φανέλα κάποιου εκ των παραδοσιακών αντιπάλων της Ένωσης. Ο Μιχάλης Κακιούζης ντύθηκε τα κίτρινα του Άρη τη σαιζόν 2009-2010, σε μια εποχή όμως που τόσο ο «Αυτοκράτορας», όσο και η «Βασίλισσα» δε θύμιζαν σε τίποτα το ένδοξο παρελθόν τους. Έτσι η παρουσία του αλλοτινού αρχηγού μας στους Θεσσαλονικείς και η πολύ καλή του εμφάνιση (18π.-11ρ.) ενώπιον των οπαδών μας στη νίκη μας επί του Άρη στο Ελληνικό (77-76) πέρασαν «στα ψιλά». Περισσότερη ίντριγκα έχουν δημιουργήσει οι κατά καιρούς δηλώσεις του για τα κακώς κείμενα της τελευταίας δεκαετίας στη Βασίλισσα, μία εμφάνιση του σε προπόνηση του ΟΣΦΠ στο ΣΕΦ με κόκκινο μπλουζάκι και η προηγούμενη επίσκεψή του στην έδρα μας ως παίκτης της Σιένα, όταν βρέθηκαν κάποιοι ανόητοι να τον βρίσουν. Για την προσφορά του Μιχάλη στην Ένωση τα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της (1995-2003) πριν τον αποπέμψει άκομψα ο Φιλίππου και για τη γενικότερη εικόνα του ως καλαθοσφαιριστή, μια απλή παράθεση αριθμών είναι ενδεικτική (πηγή: AIFC): σε 368 παιχνίδια για λογαριασμό της ΑΕΚ σε όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο, Ευρώπη) έχει σημειώσει 3.736 πόντους, 1.754 ριμπάουντ, 372 ασίστ, 284 κλεψίματα και 72 τάπες, με ποσοστά ευστοχίας 74% στις βολές, 57% στα δίποντα και 33% στα τρίποντα. Είναι ο πρώτος ριμπάουντερ της ομάδας στην Α1 (με 1.073) και ο πρώτος σε εύστοχα δίποντα (με 757). Το παλμαρέ του κοσμούν: 1 Κύπελλο Σαπόρτα, 1 πρωτάθλημα, 2 κύπελλα με την ΑΕΚ, 1 πρωτάθλημα και 1 σούπερ καπ με την Σιένα στην Ιταλία, 1 κύπελλο με την Μπάρτσα στην Ισπανία, νταμπλ στην Τουρκία με την Εφές Πίλσεν, πρωτάθλημα Κύπρου με την ΑΕΚ Λάρνακας, το χρυσό στο Μουντομπάσκετ Εφήβων του 1995, το χρυσό στο Ευρωμπάσκετ του 2005 και το αργυρό στο Μουντομπάσκετ του 2006. Σήμερα ο 38χρονος πλέον small forward αγωνίζεται στην Κηφισιά.

Οι τέσσερις τίτλοι των Χατζή-Κακιούζη-Ντικούδη




Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας