Όπως θα θυμάστε οι παλιοί
αναγνώστες του blog, σε
προηγούμενα αφιερώματα της στήλης είχαμε εξετάσει περιπτώσεις
ποδοσφαιριστών-«σημαιών» αντίπαλων ομάδων που φόρεσαν σε κάποια φάση της
καριέρας τους τα κιτρινόμαυρα, αλλά και το αντίστροφο, περιπτώσεις παικτών-ινδαλμάτων των Ενωσιτών που μεταγράφηκαν στους πολεμίους μας. Σήμερα θα επιχειρήσουμε κάτι
αντίστοιχο και για το μπάσκετ. Θα θυμηθούμε καλαθοσφαιριστές που είτε έκαναν
μεγάλη καριέρα στους άμεσους ανταγωνιστές μας και εν συνεχεία έπαιξαν και για
λογαριασμό μας, είτε συνδέθηκαν αρχικά με τη Βασίλισσα και αργότερα βρέθηκαν σε
κάποιον από τους 4 παραδοσιακούς μπασκετικούς μας αντιπάλους, τους Παναθηναϊκό,
Ολυμπιακό, Άρη και ΠΑΟΚ.
Από αντιπάλους στην
ΑΕΚ
Απόστολος Κόντος

Μπάνε Πρέλεβιτς
Ο τωρινός πρόεδρος της ΚΑΕ ΠΑΟΚ
υπήρξε ένας από τους καλύτερους ξένους καλαθοσφαιριστές που έχουν αγωνιστεί στη
χώρα μας. Ο πρώτος επαγγελματικός σταθμός της καριέρας του ήταν ο Ερυθρός
Αστέρας του Βελιγραδίου (της γενέτειράς του), το 1986. Δυο χρόνια αργότερα, στα
22 του, ήρθε στην Ελλάδα για λογαριασμό του ΠΑΟΚ. Την επόμενη 8ετία, ως το
1996, αποτέλεσε την ηγετική φυσιογνωμία των Θεσσαλονικέων και το αντίπαλο δέος (από
πλευράς «ασπρόμαυρων») στο Νίκο Γκάλη, στη θέση του shooting guard. Οι ατομικές του
επιδόσεις και η συνεισφορά του σε τίτλους τον έκαναν σύνθημα στα χείλη των
οπαδών της ομάδας της Τούμπας (το γνωστό «Ω Μπάνε, Μπάνε»). Συμμετείχε στην
κατάκτηση συνολικά 4 τίτλων: ενός πρωταθλήματος (1992), ενός κυπέλλου (1995),
και δύο ευρωπαϊκών (Κυπελλούχων 1991, Κόρατς 1993). Τη σαιζόν 1996-97 αποχώρησε
για την Βίρτους «Κίντερ» Μπολόνια, όπου αναδείχτηκε κυπελλούχος Ιταλίας και το
καλοκαίρι του 1997 εντάχθηκε στην δευτεραθλήτρια τότε Ένωση του Γιάννη
Ιωαννίδη. Στα δύο χρόνια που αγωνίστηκε με τον ορίτζιναλ Δικέφαλο στο στήθος
σημείωσε συνολικά 374 πόντους σε 52 ματς Α1 (7,2 π/α), ενώ βίωσε τρεις χαμένους
τελικούς: Κίντερ-ΑΕΚ 58-44 για την Ευρωλίγκα του 1998, Άρης-ΑΕΚ 71-68 για το
Κύπελλο Ελλάδας της ίδιας χρονιάς και ΑΕΚ-ΠΑΟΚ 54-71 για το Κύπελλο του 1999. Οι
Ενωσίτες θα τον θυμόμαστε κυρίως για το κρίσιμο τρίποντο με το οποίο «σκότωσε»
την Μπενετόν Τρεβίζο του Ζέλικο Ομπράντοβιτς στον ημιτελικό του Final-4 της Ευρωλίγκας και μας
χάρισε την πρόκριση για το μεγάλο τελικό με την Κίντερ. Ο Μπάνε αποσύρθηκε από
την ενεργό δράση στο τέλος της σαιζόν 1999-2000 ως παίκτης του αγαπημένου του
ΠΑΟΚ και αργότερα διετέλεσε και προπονητής του. Μέχρι σήμερα παραμένει ο
δεύτερος σκόρερ στην ιστορία του συλλόγου στην Α/Α1 (με 4.427 πόντους),
τέταρτος σε συμμετοχές (με 237 ματς), πρώτος σε εύστοχες βολές (911), δεύτερος
σε εύστοχα δίποντα (975), δεύτερος σε τρίποντα (522), τρίτος σε ασίστ (533) και
δεύτερος σε κλεψίματα (300).
Από την ΑΕΚ σε
αντιπάλους
Μηνάς Γκέκος

Κώστας Παταβούκας
Για μια οκταετία, από το 1985 ως
το 1993, αποτέλεσε ένα από τα αγαπημένα παιδιά της ενωσίτικης κερκίδας. Το
όνομά του είχε γίνει σύνθημα μαζί με αυτά των Γκέκου και Γιαννόπουλου την εποχή
των Μοϊκανών (1988): «Με τον Γκέκο, τον
Αλέξη, τον Παταβούκα και τ’ άλλα παιδιά…». Ο γεννημένος το 1966 point guard μεταγράφηκε
στην ΑΕΚ από τον Αστέρα Εξαρχείων το 1985. Αναδείχτηκε φιναλίστ του Κυπέλλου
Ελλάδας δύο φορές (1988 και 1992 – και στις δύο περιπτώσεις ηττηθήκαμε από τον
πανίσχυρο Άρη των Γκάλη-Γιαννάκη), ενώ εκπροσώπησε την ομάδα μας στο
Ευρωμπάσκετ του 1989 (όπου η «Επίσημη Αγαπημένη» κατέκτησε το αργυρό μετάλλιο)
και στο Μουντομπάσκετ του 1990 (6η θέση για την Εθνική). Σε 244 ματς για όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο, Α1) σημείωσε 3.368 πόντους, ενώ ειδικότερα στην Α1, οι αριθμοί του έφτασαν τους 166 αγ. - 2.429 π. (πηγή: ashton via AEKplanet). Η φυγή του το 1993 για
τον Παναθηναϊκό άφησε πικρή γεύση στον κόσμο, που είδε την ομάδα να
αποδυναμώνεται σε μεγάλο βαθμό, καθώς ταυτόχρονα αποχώρησε για τον ΠΑΟΚ και ο
Νάσος Γαλακτερός, ένας παίκτης που επίσης είχε τα φόντα να εξελιχθεί σε
«σημαία» αν έμενε παραπάνω χρόνια. Στους «πράσινους» ο Παταβούκας έπαιξε ως το
1999, με ένα διάλειμμα μιας σαιζόν (1996-97 – Βίρτους Μπολόνια). Πανηγύρισε την
κατάκτηση της Ευρωλίγκας του 1996 και των πρωταθλημάτων του 1998 και 1999.
Ασχολήθηκε αργότερα με την πολιτική.
Νίκος Χατζής
Ό,τι και να πει κανείς για το
Νίκο Χατζή είναι λίγο. Πρόκειται για έναν από τους κορυφαίους μπασκετμπολίστες
στην ιστορία της Ένωσης και η θέση του στο κιτρινόμαυρο Hall of Fame βρίσκεται
πολύ ψηλά, πιο πάνω από Γκούμα, Παταβούκα, Ζούπα, ανάμεσα στους Μόσχο,
Αμερικάνο, Τρόντζο, Γκέκο. Πρωταθλητής Κόσμου με την Εθνική Εφήβων το 1995,
βρέθηκε το ίδιο καλοκαίρι στην ΑΕΚ του Γιάννη Φιλίππου. Ο Καλαματιανός shooting guard αγωνίστηκε συνολικά 12
χρόνια (1995-2005 & 2007-2009) με την κιτρινόμαυρη φανέλα, συνέβαλε ως
αρχηγός στην κατάκτηση του Κυπέλλου Σαπόρτα το 2000, του πρωταθλήματος του 2002
και των κυπέλλων του 2000 και 2001, ενώ τα προσωπικά του στατιστικά και τα
ρεκόρ του προκαλούν ίλιγγο: είναι ο πρώτος σκόρερ της Βασίλισσας στην Α1 με
3.726 πόντους, ο πρώτος σε συμμετοχές με 371 ματς, ο πρώτος σε εύστοχες βολές
(909), σε εύστοχα τρίποντα (471), σε ασίστ (689) και σε κλεψίματα (306).
Συνολικά σε 558 αγώνες σε όλες τις διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο και
Ευρώπη) έχει καταγράψει (πηγή: AIFC) 5.508 πόντους, 1.116 ριμπάουντ, 978 ασίστ, 453
κλεψίματα και 19 τάπες, με τα ποσοστά ευστοχίας του να κυμαίνονται σε 82% για
βολές, 48% για δίποντα, 39% για τρίποντα. Κι όμως παρόλα τα παραπάνω
επιτεύγματα, ο μέγας αυτός παιχταράς και αρχηγός είδε δύο φορές με πολύ άσχημο
τρόπο την πόρτα της εξόδου από την αγαπημένη του ομάδα: την πρώτη (2005) τον
εκπαραθύρωσε η διοίκηση Φιλίππου, ενώ τη δεύτερη (2009) η «ορίτζιναλ διοίκηση»
Καραμανλή, επειδή έκανε το «λάθος» να διεκδικήσει τα δεδουλευμένα του! Και στις
δύο περιπτώσεις οι ομάδες στις οποίες κατέφυγε ο Χατζής επέσυραν την μήνιν
μερίδας των Ενωσιτών οπαδών. Στην πρώτη έξοδο του παίκτη αρχικό καταφύγιο
αποτέλεσε ο ΟΣΦΠ στον οποίο βάσει συμβολαίου έγινε αναγκαστικά και «μέλος»
(ήταν εκείνη η εποχή που ο «Κρόκους» είχε εφεύρει έναν ακόμα τρόπο για να
αφαιμάξει τα πρόβατα), ενώ στη δεύτερη ο Ηλυσιακός που έμελλε να παίξει ρόλο
στη συμπαιγνία για τον υποβιβασμό της Βασίλισσας το 2011. Σήμερα ο Νίκος στα 38
του έχει αφήσει πίσω του την Α1 και αγωνίζεται με τον Αρκαδικό στην δεύτερη τη
τάξει κατηγορία του πρωταθλήματος. Είθε κάποια στιγμή να αποκατασταθεί, από
οποιοδήποτε πόστο μπορεί να προσφέρει, στο σύλλογο με τον οποίον έχει
ταυτιστεί. Ως αγαπημένος παίκτης του γράφοντος (παρόλο που γενικά δεν συμπαθεί
ιδιαίτερα την πορτοκαλί μπάλα) θα έχει σύντομα ξεχωριστό εκτενές αφιέρωμα στη
στήλη Hall of Fame.
Δήμος Ντικούδης

Μιχάλης Κακιούζης
Η μοίρα τα ‘φερε έτσι ώστε και ο
τρίτος της παρέας των μεγάλων Ελλήνων πρωταγωνιστών των πρώτων ετών της νέας
χιλιετίας και άξιος υποψήφιος για Hall of Famer να φορέσει τη φανέλα κάποιου εκ των
παραδοσιακών αντιπάλων της Ένωσης. Ο Μιχάλης Κακιούζης ντύθηκε τα κίτρινα του
Άρη τη σαιζόν 2009-2010, σε μια εποχή όμως που τόσο ο «Αυτοκράτορας», όσο και η
«Βασίλισσα» δε θύμιζαν σε τίποτα το ένδοξο παρελθόν τους. Έτσι η παρουσία του
αλλοτινού αρχηγού μας στους Θεσσαλονικείς και η πολύ καλή του εμφάνιση
(18π.-11ρ.) ενώπιον των οπαδών μας στη νίκη μας επί του Άρη στο Ελληνικό
(77-76) πέρασαν «στα ψιλά». Περισσότερη ίντριγκα έχουν δημιουργήσει οι κατά
καιρούς δηλώσεις του για τα κακώς κείμενα της τελευταίας δεκαετίας στη
Βασίλισσα, μία εμφάνιση του σε προπόνηση του ΟΣΦΠ στο ΣΕΦ με κόκκινο μπλουζάκι
και η προηγούμενη επίσκεψή του στην έδρα μας ως παίκτης της Σιένα, όταν
βρέθηκαν κάποιοι ανόητοι να τον βρίσουν. Για την προσφορά του Μιχάλη στην Ένωση
τα χρόνια που φόρεσε τη φανέλα της (1995-2003) πριν τον αποπέμψει άκομψα ο
Φιλίππου και για τη γενικότερη εικόνα του ως καλαθοσφαιριστή, μια απλή παράθεση
αριθμών είναι ενδεικτική (πηγή: AIFC): σε 368 παιχνίδια για λογαριασμό της ΑΕΚ σε όλες τις
διοργανώσεις (πρωτάθλημα, κύπελλο, Ευρώπη) έχει σημειώσει 3.736 πόντους, 1.754
ριμπάουντ, 372 ασίστ, 284 κλεψίματα και 72 τάπες, με ποσοστά ευστοχίας 74% στις
βολές, 57% στα δίποντα και 33% στα τρίποντα. Είναι ο πρώτος ριμπάουντερ της
ομάδας στην Α1 (με 1.073) και ο πρώτος σε εύστοχα δίποντα (με 757). Το παλμαρέ
του κοσμούν: 1 Κύπελλο Σαπόρτα, 1 πρωτάθλημα, 2 κύπελλα με την ΑΕΚ, 1
πρωτάθλημα και 1 σούπερ καπ με την Σιένα στην Ιταλία, 1 κύπελλο με την Μπάρτσα
στην Ισπανία, νταμπλ στην Τουρκία με την Εφές Πίλσεν, πρωτάθλημα Κύπρου με την
ΑΕΚ Λάρνακας, το χρυσό στο Μουντομπάσκετ Εφήβων του 1995, το χρυσό στο
Ευρωμπάσκετ του 2005 και το αργυρό στο Μουντομπάσκετ του 2006. Σήμερα ο
38χρονος πλέον small forward αγωνίζεται στην Κηφισιά.
Οι τέσσερις τίτλοι των Χατζή-Κακιούζη-Ντικούδη
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου