Menu

HALL OF SHAME

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Original, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Original - Βόλεϊ: Αλεξίου, Original, ΑΡΔ

Κι απ' την αρχή, μιαν άλλη αρχή


Όλα τα απολογιστικά αφιερώματα στη μεγαλειώδη φετινή πορεία της ΑΕΚ προς το νταμπλ εκκινούν αντιπαραβάλλοντας τη θέση τερματισμού και τα στατιστικά της Ένωσης αφενός τον περασμένο, αφετέρου το φετινό Μάιο, θέτοντας το κλισέ ερώτημα: Ποιος θα το πίστευε ότι από την 5η θέση και τον αποκλεισμό από την Ευρώπη, τις διψήφιες ήττες, τα δεκάδες γκολ παθητικό, τα αρνητικά ρεκόρ σε ντέρμπι, η Ένωση μέσα σε 12 μήνες θα μετατρεπόταν σε απόλυτη κυρίαρχο του αθλήματος στη χώρα; Ωστόσο, δεν ήταν (ή καλύτερα δεν θα έπρεπε να ήταν) οι αριθμοί που καθιστούσαν δικαιολογημένα δύσπιστο και απαισιόδοξο κάθε νοήμονα Ενωσίτη οπαδό. Ήταν (και θα έπρεπε να ήταν) η αδιαλλαξία της μελισσανίδειας διοίκησης στις επιζήμιες για το «μέγεθος» της ΑΕΚ πρακτικές και νοοτροπίες της για 7 σερί χρόνια. Και αυτό θα έπρεπε να είναι το κρίσιμο ερώτημα στην αυλαία της φετινής σαιζόν: άλλαξε όντως κάτι; Ή πάλι ευθυγραμμίστηκαν τυχαία οι πλανήτες, όπως το 2018; Κι όμως, το τιμόνι αυτή τη φορά δείχνει κάπως να έστριψε.
 
Οι ενδείξεις ήταν ορατές ήδη από την αρχή της σαιζόν και επισημάνθηκαν στο παρόν ιστολόγιο στο μέσον της περιόδου (βλ. 16/1/2023, «Η 2η κανονική ΑΕΚ της τελευταίας 10ετίας»). Η πρώτη από τις τρεις αρχές, με βάση τις οποίες κινήθηκε όλη την προηγούμενη 9ετία η μελισσανίδεια διοίκηση, ήτοι η σταθερή προτεραιότητα στην αποπεράτωση του γηπέδου και -πιθανότατα- σε έτερους επιχειρηματικούς σχεδιασμούς έναντι της αγωνιστικής υγείας του ποδοσφαιρικού τμήματος, εξαλείφθηκε, τουλάχιστον ως προς το πρώτο σκέλος της. Η μη ουσιαστική αγωνιστική ενίσχυση της ομάδας και η διοχέτευση σε άλλη κατεύθυνση των δικών της εσόδων, οφειλόμενων στα δικά της αγωνιστικά επιτεύγματα (βλ. προκρίσεις σε ομίλους ChampionsLeague και Europa League) και την δική της εμπορικότητα (που και αυτή στο -έστω παρελθοντικό- σπουδαίο αγωνιστικό της «μέγεθος» οφείλεται) πλέον δεν δικαιολογείται. Το γήπεδο αποπερατώθηκε. Όσο για το δεύτερο σκέλος, τις οποιουδήποτε είδους παράλληλες «εξυπηρετήσεις» και επιχειρηματικές στοχεύσεις του «μεγάλου», όταν αποδεικνύεται ξανά και ξανά ότι η ελληνική κοινωνία, στην συντριπτική της πλειονότητα, αυτήν ακριβώς την κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα που βιώνει επιθυμεί, τότε ομολογουμένως το μόνο που απομένει είναι τα ευχολόγια να μην επαναληφθεί λ.χ. η 16η Ιουλίου 2020, τότε που η διοίκηση της ΑΕΚ επέτρεψε συνειδητά να παρανομήσει εις βάρος της και να την ζημιώσει ο ΠΑΟΚ ή να μην επαναληφθεί το «ξέπλυμα» του Ρώσου ολιγάρχη από τον κιτρινόμαυρο «οργανισμό» στα κατοπινά της απόπειρας κλοπής του πρωταθλήματος του 2018 χρόνια. Ελάχιστο καθήκον ενώπιον τέτοιων φαινομένων, έστω εν είδει μιας μάχης οπισθοφυλακής, η δημόσια εκφρασμένη αντιπολίτευση.
 
Οι άλλες δύο βασικές αρχές του μελισσανίδειου μοντέλου διοίκησης της περιόδου 2013-2022 θα μπορούσαμε να πούμε ότι τυγχάνουν αλληλένδετες: αφενός προσκόλληση στο προ-Μποσμάν ποδόσφαιρο και σε μια ερασιτεχνικού τύπου και περασμένων εποχών οργάνωση του αγωνιστικού τμήματος, αφετέρου προσπάθεια επίτευξης του μέγιστου με το μίνιμουμ κόστος. Η φετινή διαφοροποίηση στο πρώτο ειδικά κομμάτι υπήρξε εντυπωσιακή. Όχι μόνο επιλέχθηκε επιτέλους ένας σοβαρός, μοντέρνος και με τεράστια προσωπικότητα προπονητής, μακριά από μίζερες λογικές του παρελθόντος («να ξέρει από Ελλάδα», «να ξέρει από ΑΕΚ», «να ξέρει να είναι σφιχτός πίσω και να βάζει γκολ από στημένα, έτσι νικάνε εδώ», μέχρι και «να ξέρει από προκριματικούς» φαίνεται ότι ειπώθηκε κάποτε και προέκυψε ο υποτιθέμενος σχετικός μύστης Κετσπάγια), αλλά για πρώτη φορά ο προπονητής αυτός κατέστη πραγματικός κύριος των Σπάτων. Του δόθηκε το ελεύθερο να φέρει ολόκληρο δικό του τημ προσωπικών συνεργατών και όχι απλά έναν-δύο βοηθούς (και αυτούς λες και θα επρόκειτο για κάποιου είδους «χατίρι»), με το υπόλοιπο επιτελείο να συμπληρώνεται από προπονητικά αμόρφωτους κιτρινόμαυρους παλαιμάχους με μοναδικό προσόν ότι είναι παιδιά των 90s ή λένε καλά λόγια για τον «μεγάλο» στα καπηλειά. Σε όσους αντιτείνουν ότι και ο (τσαρλατάνος) Καρντόσο είχε φέρει δικό του τημ συνεργατών και του είχε παραδοθεί και εκείνου εν λευκώ το τμήμα, υπενθυμίζω ότι η διοίκηση του επέβαλε και δύο δικούς της «τοποτηρητές»: τον παλαίμαχο Χρυσόστομο Μιχαηλίδη ως …δεύτερο προπονητή τερματοφυλάκων (εφόσον υπήρχε ήδη …πρώτος από το τημ του Πορτογάλου) και τον πανταχού παρόντα όλα τα προηγούμενα χρόνια απροσδιόριστων προσόντων και αρμοδιοτήτων Παναγιωτάρα. Η φετινή απόλυτη «αυτοδυναμία» του Ματίας Αλμέιδα υπήρξε πρωτόγνωρη κατάσταση. Ο «Πελάδο» και οι συνεργάτες του, Ομάρ Ζαρίφ, Ντανιέλ Βέγκα, Γκίντο Μπονίνι, Κάρλος Ρόα, Φάμπιο Άλβαρες και Αγκουστίν Σαλαζάρ, έκαναν εντέλει τη διαφορά σε σχέση με τα επιτελεία των ανταγωνιστών μας και αναδείχτηκαν σε πρωτεργάτες του φετινού θριάμβου. Αποδίδοντας τα του καίσαρος τω καίσαρι, τα εύσημα στον Δημήτρη Μελισσανίδη (επιτέλους!) και στα όποια άλλα γύρω του διοικητικά στελέχη διαμόρφωσαν την παραπάνω συνθήκη επιτυχίας.
 
Είναι προφανές ότι το προφίλ του φετινού μας προπονητή, η εμπιστοσύνη με την οποία περιβλήθηκε και το περιβάλλον εργασίας το οποίο του εξασφαλίστηκε θα πρέπει να αποτελέσουν οδηγό για το μέλλον. Η δε τομή που επιτεύχθηκε με το «ξεσκαρτάρισμα» των αποδυτηρίων δέον να βαθύνει κι άλλο και να αγγίξει από την επόμενη σαιζόν και την ΑΕΚ Β και τις πολύπαθες Ακαδημίες. Οι χώροι αυτοί δεν είναι ΚΑΠΗ για παλαιμάχους υμνητές του προέδρου, ούτε θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν αναγκαίο κακό και να στελεχώνονται με τον πρώτο τυχόντα που απλώς «δεν θα κοστίζει». Για αρχή, εφόσον η Β’ ομάδα αποτελεί τον προθάλαμο της Α’, τον πρώτο και τελευταίο λόγο στη στελέχωση, τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της θα πρέπει να λάβει ο Ματίας Αλμέιδα. Αυτός πρέπει να υποδείξει, να επιλέξει ή έστω να εγκρίνει τον προπονητή και το τεχνικό επιτελείο της και αυτός είναι που πρέπει εφεξής να καθορίζει τον τρόπο παιχνιδιού της, ώστε οι παίκτες της Β’ να μπορούν να προσαρμόζονται με μεγαλύτερη ευκολία στα πλάνα του στην Α’. Πράγματα αυτονόητα στα κλαμπ του εξωτερικού που διαθέτουν Β’ ομάδες, τα οποία οφείλουμε να ακολουθήσουμε επιτέλους και εδώ.
 
Όσον αφορά ειδικότερα την προαναφερθείσα εμμονή για επίτευξη του μέγιστου των στόχων, με το μικρότερο δυνατό κόπο και το μίνιμουμ χρηματικό κόστος, πέραν μιας κάποιας καθυστέρησης στην ολοκλήρωση ορισμένων μεταγραφών προκειμένου να έχουν πέσει τα κασέ, η ΑΕΚ επιτέλους ανέβασε κατακόρυφα το μπάτζετ συμβολαίων της και η διαφορά στο χόρτο έγινε αισθητή αμέσως. Βίντα, Μουκουντί, Γκατσίνοβιτς, Γιόνσον, εάν εμπιστευτούμε τους σχετικούς ιστότοπους, είναι παίκτες του 1 εκατομμυρίου ευρώ μισθού το χρόνο (ο Βίντα ίσως και παραπάνω), οι δε Πινέδα, Σιντιμπέ, Τσούμπερ άνω των 700 χιλιάδων. Η σύγκριση με το επίσης πρωταθληματικό 2018, όταν η ΑΕΚ έδινε στα βασικά της χαφ, Σιμόες και Γιόχανσον, από 280.000 € και απειλούσε να τους «κρεμάσει το δελτίο» αν ήθελαν ανανέωση με προσαύξηση (ο Σιμόες έμεινε στην κερκίδα για 3 μήνες την επόμενη σαιζόν μέχρι να υπογράψει, για τον δε Γιόχανσον είχε κυκλοφορήσει θρασύδειλο νον-πέιπερ τον Σεπτέμβριο του 2017 για να τεθεί «εκτός πλάνων», ευτυχώς δεν το εφάρμοσε ο Χιμένεθ), είναι αποκαλυπτική. Περαιτέρω, σε υψηλά επίπεδα διατηρήθηκε και το μπάτζετ μεταγραφών. Ορθότατα, χωρίς δισταγμό, ενεργοποιήθηκε η οψιόν απόκτησης του παικταρά Τσούμπερ (1,6 εκ. €) κι ας μην βρισκόταν στο τέλος της περασμένης περιόδου στην καλύτερη κατάσταση, μακριά από «ξυπνητζήδικες» λογικές ότι θα αποτελούσε «περιττή πολυτέλεια» και ότι «με κάνα τρακοσάρι» θα βρισκόταν καλύτερος. Αξιοθαύμαστα αστραπιαία κινήθηκε η ΠΑΕ και κατέβαλε 1 εκ. € στη Χοφενχάιμ για τον Γκατσίνοβιτς, ενώ απ’ ό,τι διέρρεε από τα ρεπορτάζ «ικανοποιήθηκε» και ο ατζέντης του, ο Ελβετός Μαλένοβιτς (παρεμπιπτόντως ατζέντης και του Τσούμπερ). Συνυπολογίζοντας και τα 2 εκ. στη Νιμ για τον Ελίασον και τα συνολικά 1,2 εκ. στο Βόλο για Φερνάντες-Φαν Βερτ, η ΑΕΚ για να διορθώσει δομικά λάθη και να βελτιώσει άμεσα το ρόστερ της δαπάνησε σχεδόν 6 εκατομμύρια ευρώ μέσα σε μία μεταγραφική περίοδο, ποσό-ρεκόρ στα μελισσανίδεια χρόνια.
 
Η παρούσα συγκυρία είναι νομίζω κατάλληλη για να εμπεδωθεί μια δυσκολοχώνευτη, ωμή αλήθεια: έτσι όπως έχει διαμορφωθεί η σημερινή κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, το χρήμα, με σωστή χρήση, είναι ο καταλύτης και το εχέγγυο για την επιτυχία, σε κάθε τομέα. Όποιος προσπαθεί με χαζοχαρούμενα τσιτάτα, επιπέδου βιβλίων «αυτοβελτίωσης» (αυτή η μάστιγα της λογοτεχνίας!) να μας πείσει για το αντίθετο, είναι συνήθως ο ίδιος ο κάτοχος του πλούτου, ο κάτοχος των μέσων παραγωγής του, ο εκμεταλλευτής, που θέλει να διατηρηθεί σε θέση ισχύος και να αποθαρρύνει τη αναδιανομή των κεκτημένων του. Αν δεν είναι ο ίδιος, είναι τα δουλικά του που αρκούνται με τα αποφάγια του. Εν προκειμένω, με ποδοσφαιρικούς και κιτρινόμαυρους όρους μιλώντας, ακούσαμε και διαβάσαμε όλα τα προηγούμενα χρόνια τους ορκισμένους απολογητές της διοίκησης να αρνούνται ότι η έλλειψη σοβαρής χρηματοδότησης του αγωνιστικού τμήματος και η διοχέτευση των ίδιων των εσόδων της ομάδας στο γήπεδο αποτελούσαν τον βασικό παράγοντα των αγωνιστικών αποτυχιών του συλλόγου. Στην επιχειρηματολογία τους επιστράτευαν τις «πλούσιες» Σίτυ και την Παρί που δεν κατέκτησαν ChampionsLeague, τη «φτωχή» Λέστερ που πήρε πρωτάθλημα Αγγλίας, ακόμα και τον Ολυμπιακό και τον ΠΑΟΚ που έβρισκαν υποτίθεται «μια χαρά παιχτάκια» και νέα ταλέντα «με διακόσια και τριακόσια χιλιάρικα».
 
Αλήθεια η Λέστερ διοικούνταν από κάποια αναρχοαυτόνομη γκρούπα ή από έναν Ταϊλανδό βαθύπλουτο ολιγάρχη; Απαρτιζόταν από ερασιτέχνες ή είχε στις τάξεις της ορισμένους παίκτες τοπ κλάσης (π.χ. Καντέ, Μάχρεζ) που συνέχισαν να παίζουν στο κορυφαίο επίπεδο και τα επόμενα χρόνια; Οι ανταγωνιστές της Σίτυ και της Παρί για τα πανευρωπαϊκά πρωτεία είναι άραγε ερασιτεχνικά σωματεία διοικούμενα από επιτροπές εργαζομένων ή μερικά από τα διαχρονικά πιο πλούσια κλαμπ του πλανήτη; Πόσο πιο «φτωχές» είναι και πόσο λιγότερα χρήματα δαπανούν η Ρεάλ, η Μπαρτσελόνα, η Μπάγερν, η Λίβερπουλ, η Γιουβέντους; Τουναντίον, ήδη είναι τεράστιο επίτευγμα ότι μόλις μέσα σε δέκα χρόνια, κλαμπ «ανύπαρκτα» στον πρόσφατο ευρωπαϊκό χάρτη, όπως οι Σίτυ και Παρί, κάλυψαν απόσταση δεκαετιών, αν όχι και αιώνα, με τον ανταγωνισμό, σάρωσαν τα εγχώρια πρωταθλήματα και έφτασαν στο επίπεδο να διεκδικούν την ευρωπαϊκή κορυφή. Και λίγα είναι τα χρήματα που δαπάνησαν αυτές οι δύο ομάδες για να λοξοδρομήσει τόσο γρήγορα και εντυπωσιακά η Ιστορία. Όσο δε για τις συγκρίσεις στα μισθολόγια παικτών και τις περιπτώσεις που χαμηλά αμειβόμενοι ποδοσφαιριστές του ανταγωνισμού αποδεικνύονται καλύτεροι κιτρινόμαυρων υψηλότερης ονομαστικής αξίας, αναρωτήθηκε κανείς πόσο κόστισε και κοστίζει η δημιουργία των προϋποθέσεων εκείνων που αποφέρουν «οικονομικούς» μεν, κορυφαίους σε απόδοση δε ποδοσφαιριστές; Πόσα εκατομμύρια πρέπει πρώτα να έχουν δαπανηθεί στη στελέχωση τμήματος σκάουτινγκ, για αγορά λογισμικού, βάσεων δεδομένων, προγραμμάτων ανάλυσης, για έξοδα συνεχών μετακινήσεων, σε προμήθειες, για να προκύψει εντέλει ένας πραγματικά ποιοτικός ποδοσφαιριστής διαφοράς στο ρόστερ, χωρίς να απαιτηθεί υψηλό κόστος μεταγραφής από την προηγούμενη ομάδα του και υψηλός μισθός; Πόσα εκατομμύρια πρέπει πρώτα να έχουν δαπανηθεί στην οργάνωση ακαδημιών, στην πρόσληψη επιστημόνων προπονητών, γυμναστών, φυσικοθεραπευτών, γιατρών, ψυχολόγων, παιδοψυχολόγων, καθηγητών, τεχνικών συμβούλων για να προκύψει ένας νέος ταλαντούχος ποδοσφαιριστής που από μικρός θα μπορεί να κάνει άμεσα τη διαφορά, χωρίς να «επιβαρύνει» εξαρχής με το συμβόλαιό του τον αγωνιστικό προϋπολογισμό; «Λαβράκια», «λαχεία», «έξυπνες βόμβες», «παιχταράδες από το πουθενά» χωρίς κόστος δεν υπάρχουν και καλύτερα να τελειώσει γρήγορα αυτό το παραμύθι.
 
Έχοντας αναφερθεί πρωτύτερα σε «ξεσκαρτάρισμα» στα αποδυτήρια των Σπάτων και μόλις προηγουμένως σε κατάλληλη συγκυρία να εμπεδωθεί από τους Ενωσίτες μια διαφορετική αντίληψη κάποιων πραγμάτων, νομίζω ότι φέτος παρουσιάζεται η ιστορική ευκαιρία και για ένα οριστικό, γενικότερο ιδεολογικό «ξεσκαρτάρισμα» μεταξύ ημών των οπαδών. Η ουσιαστικότερη ιδεολογική διαπάλη άλλωστε πάντα σε εποχές θριάμβων γίνεται, όχι σε καιρούς παρακμής και γκρίνιας. Σε προηγούμενη ανάρτηση της στήλης είχε καταδειχθεί η ανάγκη για καταπολέμηση του ιδεολογήματος της κακόμοιρης, «φτωχής συγγενούς» ΑΕΚ, που υποτίθεται ότι παραδοσιακά, ανέκαθεν κατέγραφε χαμηλές επιδόσεις και μια στο τόσο, χάρη σε έναν πατερούλη-πρόεδρο, γευόταν μια εφήμερη χαρά, για να ξαναξεκινήσει έπειτα το σισσύφειο μαρτύριό της. Αλίμονο εάν θεωρηθεί ότι με το φετινό νταμπλ εξετελέσθη η ιστορική αποστολή του Δικεφάλου, ότι παραγράφηκαν τα ντροπιαστικά αποτελέσματα των τεσσάρων τελευταίων ετών και ότι πλέον ο σύλλογος αντέχει ξανά μια ακόμα παρατεταμένη παρακμιακή εποχή μέχρι την επόμενη κατάκτηση. «Μίκρυνε» πάρα πολύ η ΑΕΚ από το 2010 και έπειτα, συνέβαλε δυστυχώς στην απώλεια κύρους και η μελισσανίδεια διοίκηση και είναι κομβικής σημασίας, «χτίζοντας» πάνω στο φετινό νταμπλ, να ξαναγίνει η ομάδα αυτή που ήταν μέχρι τουλάχιστον τα τέλη της δεκαετίας του 2000. Σταθερή διεκδικήτρια του πρωταθλήματος, με κορυφαίους παίκτες, με κυριαρχικό ποδόσφαιρο. Με μια λέξη: πρωταγωνίστρια. Ασφαλώς και με κάποιες διάσπαρτες κακές σαιζόν και με τις αποτυχίες της, όπως είναι φυσιολογικό στη ζωή. Δεν «ρέφαρε» ακόμα, με ένα νταμπλ, ούτε η διοίκηση απέναντι στον κόσμο, ούτε ο «οργανισμός ΑΕΚ» απέναντι στον εαυτό του και την Ιστορία. Η αναλογία πρωταθλητισμού/σαιζόν από το 2/8 πρέπει να αντιστραφεί σε 6/8, οι εντός έδρας ευρωπαϊκές νίκες πρέπει να ξαναγίνουν αυτονόητες, τα πρωτοφανή άθλια σερί ηττών ή μη νικών σε ντέρμπι κόντρα στον ΟΣΦΠ ή ακόμα χειρότερα έναντι του ΠΑΟΚ(!) δεν πρέπει να επαναληφθούν. Βρισκόμαστε στην αρχή μιας νέας φάσης της ιστορίας μας, όχι στο κλείσιμο μιας προηγούμενης, οι απαιτήσεις μας θα πρέπει να είναι υψηλότατες και οι «φωνές» των σφουγγοκωλάριων εθελόδουλων, οι οποίοι θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν «αχάριστους» απέναντι στον πρόεδρο τους οπαδούς που θα απαιτούν την «κανονική ΑΕΚ», θα πρέπει να απομονωθούν και να ριφθούν στο χρονοντούλαπο.
 
Η ΑΕΚ έχει και ένα άλλο σημαντικό ραντεβού με την Ιστορία που δεν πρέπει να χάσει. Διάγουμε μια εποχή που οι φίλοι του ποδοσφαίρου στη χώρα διαρκώς μειώνονται. Ως παιχνίδι/μέσο διασκέδασης το ποδόσφαιρο χάνει σταθερά σε δημοφιλία μεταξύ των παιδιών, τόσο εξαιτίας του πρακτικού προβλήματος της έλλειψης χώρου στα αστικά κέντρα, όσο και λόγω της άνθισης της βιομηχανίας των βιντεοπαιχνιδιών, τα οποία, κόντρα σε απαρχαιωμένες συντηρητικές αντιλήψεις, και συναίσθημα προσφέρουν και τους νοητικούς ορίζοντες διευρύνουν και στην κοινωνικοποίηση συμβάλλουν. Ως τρόπος άθλησης υποσκελίζεται από τα πάσης εξειδίκευσης γυμναστήρια που έχουν ξεφυτρώσει παντού σαν μανιτάρια. Ως θέαμα έχει να ανταγωνιστεί χιλιάδες ταινίες και σειρές σε streaming πλατφόρμες, περιεχόμενο στο YouTube και δραστηριότητες σε social media. Εξάλλου, αν μελετήσει κανείς τη σημερινή εφηβική ποπ κουλτούρα, θα διαπιστώσει ότι η σοβαρή ενασχόληση με το ποδόσφαιρο δεν τυγχάνει επιδοκιμασίας, αλλά μάλλον θεωρείται καταφύγιο για «νέρντουλες», «φλώρους» και «αγάμητους» (δεν υιοθετούνται οι χαρακτηρισμοί), το εντελώς αντίστροφο από ό,τι σήμαινε για τη γενιά στην οποία ο γράφων ανήκω (σχολικά χρόνια 1996-2008), όταν προσέθετε πόντους δημοφιλίας.
 
Εν πάση περιπτώσει, εκείνοι οι διαρκώς μειούμενοι σε αριθμό που παρά ταύτα αγαπούν την μπάλα και αποφασίζουν τελικά να ασχοληθούν, παίζοντας και παρακολουθώντας, έχουν να αντιμετωπίσουν τα κωλύματα που ανυψώνουν σε μια ουσιαστική συναισθηματική τους επένδυση οι επικρατούσες στο εγχώριο ποδόσφαιρο συνθήκες. Τοξικότητα, καφρίλα, «πετσωμένη» δημοσιογραφία, συνωμοσιολογία, «παραγοντισμοί», γήπεδα-«βοσκοτόπια», άθλιο θέαμα, ομάδες-«πλυντήρια», ποδοσφαιριστές-«μανατζεροπροϊόντα». Αργά ή γρήγορα μεγάλο κομμάτι εξουθενώνεται, δεν αντέχει τη συναισθηματική φθορά και αποστασιοποιείται. Ό,τι απομένει και αναδεικνύεται μάλιστα και σαν «βασικό» κοινό ανήκει στα καθιζήματα της ήδη ηθικά χρεοκοπημένης και ολοένα πιο σάπιας ελληνικής κοινωνίας, που μέσα στο βόρβορο λογικό είναι να νιώσει οικεία. Λουμπεναριά, χρυσαυγιταριό, τραμπούκοι, παραβατικοί κάθε είδους, σκατόψυχοι, λαμόγια, αλογομούρηδες και λοιποί συγγενείς συνθέτουν ένα αποκρουστικό μωσαϊκό, αποτρεπτικό για συγχρωτισμό στην ίδια «κοινότητα».
 
Στο διάβα της Ιστορίας, η ΑΕΚ υπήρξε πάντοτε φορέας προόδου στο ποδοσφαιρικό γίγνεσθαι του τόπου. Ενδεικτικά, αυτή πρώτη εισήγαγε στη χώρα την έννοια των ποδοσφαιρικών ακαδημιών, τη δεκαετία του ’30, τις ομάδες-«τσικό» όπως τις έλεγαν τότε, αυτή πρώτη έπαιξε σύστημα WM, με τον Τζακ Μπίμπι (1948), όταν όλοι οι υπόλοιποι ήξεραν μόνο το 2-3-5, την ίδια εποχή αυτή πρώτη φόρεσε αριθμούς στις φανέλες, αυτή πρωτοεφάρμοσε το τεχνητό οφσάιντ με τον Φάντροκ τη δεκαετία του ’70 και ξεκίνησε επαγγελματικού τύπου εκγύμναση και προπονήσεις. Παράλληλα, και τούτο είναι ακόμα πιο σημαντικό, ανέκαθεν υπήρξε σύλλογος με έντονο κοινωνικό προφίλ και θετικό αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία. Ιδρύθηκε άλλωστε για να μεταλαμπαδεύσει την αθλητική παιδεία και τις αθλητικές παραδόσεις των Ελλήνων της Ανατολής στη νέα πατρίδα. Συνεισέφερε στον πολιτισμικό εμπλουτισμό της παλιάς Ελλάδας, συνέβαλε στην ομαλή ενσωμάτωση των προσφύγων στο νέο περιβάλλον, συνετέλεσε, μέσα από την απήχησή της, στην αναγκαία για την πρόοδο της χώρας πρόσμειξη των γηγενών και των προσφυγικών πληθυσμών. Γι’ αυτό ακριβώς η ΑΕΚ είναι «διαφορετική» και εκεί έγκειται η «διαφορετικότητά» της. Στο ζοφερό σήμερα, η Ένωση είναι και πάλι η ιδανική υποψήφια να αναζωογονήσει την τελματωμένη ελληνική ποδοσφαιρική κουλτούρα, να ξανακάνει το ποδόσφαιρο μόδα και φυσικά να δρέψει ως καρπούς επιβράβευσης τη δημοφιλία και εντέλει την πρωτοκαθεδρία σε μελλοντικά νεανικά κοινά.
 
Το μεγάλο ατού της Ένωσης σ’ αυτήν την αποστολή είναι η Αγιά-Σοφιά ΟΠΑΠ Αρένα. Πρόκειται για ένα «ζεστό» γήπεδο-«σπίτι» που μπορεί να προσφέρει μια, χωρίς όμοιά της στη σημερινή Ελλάδα, οπτικοακουστική γηπεδική εμπειρία. Η «ατμόσφαιρα» που αποπνέει έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα πιο ελκυστική και πιο ερωτεύσιμη μια ήδη άξια σε αγωνιστικό επίπεδο ομάδα, πόσο μάλλον όταν αυτή είναι η φύσει «αγαπησιάρικη» ΑΕΚ. Αυτή είναι η πραγματική αξία του νέου γηπέδου, αυτό είναι το πολύτιμο πλεονέκτημα που προσφέρει και για το οποίο δικαίως ο Δημήτρης Μελισσανίδης θα καταγραφεί από την Ιστορία μεταξύ των μεγάλων ευεργετών του συλλόγου, παρά τον προηγούμενο αρνητικό του ρόλο. Δεν θα κερδίζει με κάποιο μεταφυσικό τρόπο τα παιχνίδια, υποκαθιστώντας τους παίκτες και τον προπονητή, όπως προπαγάνδιζαν επί χρόνια οι αυλικοί ΑΡΔ, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν τα αγωνιστικά ναυάγια των ελλιπών ρόστερ και των καρνάβαλων προπονητών, αφορίζοντας ως αιτία του κακού το ΟΑΚΑ, «ξεπλένοντας» έτσι τον ιδιοκτήτη για τα λάθη του στον αγωνιστικό σχεδιασμό. Πέρα από χαμερπείς αναξιοπρεπείς γλείφτες είναι και στενόμυαλοι και κοντόφθαλμοι όσοι προωθούσαν τέτοια φτηνιάρικα αφηγήματα.
 
Διατηρούμενη στο φετινό υψηλότατο αγωνιστικό επίπεδο για τα επόμενα -πολλά- χρόνια, καθοδηγούμενη από προπονητή με το προφίλ του Ματίας Αλμέιδα (μοντέρνα αντίληψη, μόρφωση, προσωπικότητα), προσθέτοντας και άλλους κορυφαίους παίχτες στο ρόστερ της, παίζοντας το ίδιο κυριαρχικό ποδόσφαιρο, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της νεότευκτης έδρας της (εξαιρετική ακουστική, οπτικά εφέ, μικρές αποστάσεις, «οικογενειακό κλίμα»), η ΑΕΚ θα εξασφαλίζει μόνιμα στο ενδιαφερόμενο για το ποδόσφαιρο κοινό μια ξεκάθαρη επιλογή διασκέδασης, ένα δισεβδομαδιαίο τρίωρο φεστιβάλ, ένα τακτικό πάρτι. Η πρότασή της θα είναι ακαταμάχητη. Από τη μία πλευρά ένας οργανισμός επικεντρωμένος με μεράκι και «φρεσκάδα» στο άθλημα, όντας ταυτόχρονα σε θέση να παράγει και ένα, με όρους σύγχρονης «επικοινωνίας» και ποπ κουλτούρας, mainstream οπτικοακουστικό event. Από την άλλη ένας οργανισμός που έχει εκφυλιστεί σε καθαρά προσωπική εμπορική επιχείρηση ενός ολιγάρχη, περιστρεφόμενος γύρω από το προσωπικό του όφελος, ζέχνοντας παράλληλα τοξικότητα και μισανθρωπιά (Ολυμπιακός), ένας σταθερά δέσμιος του τοπικισμού, των κόμπλεξ και των μικρόνοων (ΠΑΟΚ) και τέλος μια πάλαι ποτέ σεβάσμια οντότητα που, εξαιτίας του επικοινωνιακού προφίλ που έχει επιλέξει, χάρη στον Λαλάκη πρώην πρασινοφρουρό και τον πορτοκαλί βόθρο του, μετατρέπεται τάχιστα σε μια ανυπόληπτη, γραφική, καλτ ύπαρξη, κάτι σαν αθηναϊκό προσαβιντικό ΠΑΟΚ. Όσο ο Λαλάκης και οι αμόρφωτοι ΑΡΔ που έχει ξαμολύσει συνεχίζουν να σερβίρουν πορτοκαλί βοθρολύματα στον κόσμο του Παναθηναϊκού, προκαλώντας του μαζική αποβλάκωση, τόσο το καλύτερο για την προοπτική μια σοβαρή -με τις παραπάνω προδιαγραφές- ΑΕΚ να μαγνητίσει το υγιές κομμάτι της εγχώριας ποδοσφαιρικής κοινότητας. Έχοντας καταστεί η ασφαλέστερη επιλογή για συναισθηματική επένδυση, μια τέτοια ΑΕΚ νομοτελειακά θα δημιουργήσει μια νέα, ποιοτική φουρνιά ποδοσφαιρόφιλων, βελτιώνοντας έτσι έναν πολύπαθο κοινωνικό χώρο, προσφέροντας εντέλει μια μικρή υπηρεσία και στην ελληνική κοινωνία. Αρκεί να το οραματιστεί και να μην πισωγυρίσει.
 
Δικός μας είναι ο κόσμος.

4 σχόλια :

  1. Καλώς επέστρεψες Γιώργαρε, υπέροχο άρθρο, μακάρι ο,τι καλύτερο για την ΑΕΚΑΡΑ μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ολόσωστος για ακόμα μια φορά! Διαβάζοντας χρόνια τα άρθρα σου πάντα έλεγες πως πρέπει η ομάδα να βρει τον νεο Φαντροκ, ε τωρα πιστεύω πως τον έχουμε βρει... Αν μείνει και στηριχθεί θεωρώ δεδομένο πως θα φέρει και άλλες επιτυχίες. Από εκεί και πέρα φέτος έγινε το απίθανο και μας βγήκαν οοολες οι μεταγραφές. Πρωταθλητής και ο λαός που έκοψε πάνω απο μισο εκατομμύριο εισητήρια σπάζοντας έτσι το ρεκόρ της σεζόν 9 10 που είχε ο παο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΤΩΡΙΝΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΟΥΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ Η ΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΝΑ ΖΗΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ ΤΙΣ ΠΑΛΙΝΩΔΙΕΣ ΤΙΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΤΕΤΡΑΕΤΙΑΣ...ΑΕΚ ΒΕΡΟΙΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Μπράβο πολύ καλή δουλειά. Τωρα πρέπει να προβάλουμε όλοι τα επιτεύγματα της ιστορικότερης ομάδας στην Ελλάδα αφού όλοι οι υπόλοιποι μας κοντράρουν. Γι αυτό και εγώ δημιούργησα μία ιστοσελίδα σχετικα με την ΑΕΚ και την ενημέρωση για όλα τα πρόσφατα γεγονότα της. Όποιος θελει να το στηρίξει ο σύνδεσμος είναι https://aekzone.blogspot.com/?m=1. Και παλι μπράβο

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας