Menu

HALL OF SHAME

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Original, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Original - Βόλεϊ: Αλεξίου, Original, ΑΡΔ

Εναλλακτική Ιστορία


«Τι θα γινόταν αν…». Πόσες φορές δεν έχουμε εκστομίσει αυτήν την αποστροφή, πλάθοντας σενάρια όπου σε ένα σημείο του παρελθόντος, η εξέλιξη ή οι συνέπειες ενός γεγονότος απέκλιναν από ό,τι συνέβη στην πραγματικότητα, σχηματίζοντας μια εναλλακτική εκδοχή, μια εναλλακτική ιστορία; Η πρακτική αυτή αποτελεί μια από τις πιο αγαπημένες συνήθειες της ανθρωπότητας, έχοντας αναχθεί μεταξύ άλλων και σε ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος με μεγάλη απήχηση. Αν επιλέγαμε να την εφαρμόσουμε ασχολούμενοι με την Ιστορία της ΑΕΚ, ποιες ακριβώς τομές στο χρόνο θα μας έδιναν ενδιαφέροντα εναλλακτικά νήματα ιστορίας για να ξετυλίξουμε;

Τι θα συνέβαινε…


…αν ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν δημιουργούσε ένα πενταετές κενό στην ποδοσφαιρική ιστορία της Ελλάδας;
Στα τέλη της δεκαετίας του ’30, η μεθοδική δουλειά ετών στα τμήματα υποδομής του συλλόγου και μια σειρά επιτυχημένων μεταγραφών είχαν αποφέρει ένα ρόστερ αστεριών στη Φιλαδέλφεια. Για τη θέση του τερματοφύλακα ερίζανε τρεις κορυφαίοι: το δίδυμο της Εθνικής Ομάδας, Χρήστος Ρίμπας – Σπύρος Σκλαβούνος και ο Μιχάλης Δελαβίνιας, ο βασικός τερματοφύλακας του αντιπροσωπευτικού μας συγκροτήματος μεταπολεμικά. Το αμυντικό δίδυμο αποτελούνταν από τους Γιώργο Παπαδόπουλο και Γιώργο Γάσπαρη, αμφότερους διεθνείς. Στα χαφ δέσποζαν οι Σπύρος Κοντούλης και Γιώργος «Μάγειρας» Σίμος, επίσης διεθνείς, ο πρώτος ήδη, ο δεύτερος μετέπειτα, πλαισιωμένοι από τους Κυριάκο Μανέττα, Διονύση Καπάνταη. Όσο για μια θέση στην 5μελή επιθετική γραμμή, εκεί το επίπεδο εκτινασσόταν σε δυσθεώρητα ύψη: Κλεάνθης Μαρόπουλος, Τρύφωνας Τζανετής, Αλέκος Χατζησταυρίδης, Κώστας Χριστοδούλου, Βασίλης Μανέττας, Κώστας Βασιλείου, Ξενοφώντας Μαρκόπουλος, διεθνείς όλοι, είτε ήδη, είτε μετέπειτα, και σεσημασμένοι σκόρερ.


Το εξαίσιο αυτό σύνολο υπό την καθοδήγηση του «ποδοσφαιράνθρωπου» Κώστα Νεγρεπόντη, βετεράνου της Φενέρ και βεβαίως της ΑΕΚ, είχε κατακτήσει τη διετία 1938-1940 τους τρεις από τους τέσσερις διαθέσιμους πανελλήνιους τίτλους. Το 1939 ο Δικέφαλος έγινε η πρώτη ομάδα στη χώρα που πετύχαινε νταμπλ. Τερματίζοντας πρώτος στο νότιο όμιλο του πρωταθλήματος με ρεκόρ Ν-Ι-Η 10-1-3, νίκησε σε διπλό τελικό, τόσο εντός (3-1), όσο και εκτός (2-4), τον πρώτο του Βορρά, Ηρακλή, ενώ κατέβαλε και τον ΠΑΟΚ στον τελικό του Κυπέλλου (2-1). Το 1940, αφού κέρδισε τη συμμετοχή της στο πανελλήνιο πρωτάθλημα, τερματίζοντας πρώτη και αήττητη στο πρωτάθλημα της ΕΠΣΑ, η Ένωση πρώτευσε ξανά στον νότιο όμιλο με 13 νίκες σε 14 αγώνες (η μοναδική της ήττα, ούσα αδιάφορη, την τελευταία αγωνιστική από τον ΟΣΦΠ), ενώ επικράτησε και πάλι μέσα-έξω σε διπλούς τελικούς επί του πρώτου του Βορρά, που αυτή τη φορά υπήρξε ο ΠΑΟΚ (1-0 εντός, 3-4 εκτός). Ατυχώς μια ήττα από τον Άρη στη Θεσσαλονίκη, σε επαναληπτικό νοκ-άουτ ημιτελικό, αφού το προηγούμενο ματς, διεξαχθέν και εκείνο στη συμπρωτεύουσα είχε λήξει 2-2, της στέρησε την ευκαιρία να διεκδικήσει δεύτερο σερί νταμπλ, απέναντι στον Παναθηναϊκό, τον οποίο πρόσφατα είχε συντρίψει στη Λεωφόρο με 0-4. Ήδη το ξεκίνημα της σαιζόν 1940-41 έβρισκε τους κιτρινόμαυρους πρωτοπόρους στην ΕΠΣΑ, με τρεις νίκες σε ισάριθμες αγωνιστικές, έχοντας παράλληλα συντρίψει σε φιλικό προετοιμασίας τον Ολυμπιακό με 7-3. Κι ύστερα ήρθε ο Πόλεμος.

Πέντε χρόνια αργότερα, τη σαιζόν 1945-1946, όταν το πρωτάθλημα επανεκκινούσε μέσα από τις στάχτες, η ομάδα είχε απομείνει μισή. Ο Σπύρος Κοντούλης, ο βασικός κεντρικός χαφ των πρωταθλητών και της Εθνικής είχε εκτελεστεί από τους ναζί το 1944. Ο Κώστας Χριστοδούλου έχοντας φυλακιστεί και βασανιστεί από τα φασιστικά τέρατα ουσιαστικά δεν ξανάπαιξε ποδόσφαιρο. Ο Σπύρος Σκλαβούνος είχε δραπετεύσει στην Τουρκία, όπου ακολούθησε καριέρα μουσικού. Ο Κώστας Βασιλείου είχε επιστρέψει στην πατρίδα του, την Κύπρο. Εξάλλου, ο Αλέκος Χατζησταυρίδης, τραυματίας του αλβανικού μετώπου, είχε μεταπηδήσει στον Ολυμπιακό, σύντομα δε αποχώρησε ο Βασίλης Μανέττας και αποσύρθηκε ο Χρήστος Ρίμπας. Οι εναπομείναντες (Μαρόπουλος, Τζανετής, Σίμος, Δελαβίνιας, Μαρκόπουλος, Γάσπαρης, Παπαδόπουλος), έχοντας χάσει μέσα στη δίνη του πολέμου τα πιο παραγωγικά τους χρόνια, κατάφεραν έστω και προς τη «δύση» τους να συμβάλουν στην κατάκτηση δύο ακόμα τροπαίων, των κυπέλλων του 1949 και του 1950 και να διατηρήσουν την Ένωση πρώτη δύναμη της ΕΠΣΑ (1946, 1947, 1950) και διεκδικήτρια του πανελλήνιου πρωταθλήματος, αλλά και ενός ακόμα κυπέλλου (φιναλίστ το 1948). Το γεγονός αυτό, ήτοι ότι ακόμα και «μισή» και «γερασμένη», η ομάδα του 1938-1940 συνέχισε να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο ακόμα και δέκα χρόνια αργότερα, συνηγορεί υπέρ της εκδοχής πως, ελλείψει του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, πλήρης ποιοτικά και ποσοτικά και γεμάτη νεανικό σφρίγος, με αντιπάλους που σαφώς είχαν και εκείνοι ορισμένους κορυφαίους παίκτες, αλλά δεν διέθεταν την υπεροπλία και το «δέσιμο» της ΑΕΚ, θα επέκτεινε το σερί των τίτλων, χτίζοντας «δυναστεία». Χαρακτηριστικές οι ηλικίες των κιτρινόμαυρων εν έτει 1940: 19χρονοι οι Δελαβίνιας, Μαρκόπουλος, 21χρονοι οι Μαρόπουλος, Σίμος, 22χρονος ο Τζανετής, 25χρονοι οι Μανέττας, Χριστοδούλου, Κοντούλης, Χατζησταυρίδης, στα 26 οι Ρίμπας, Παπαδόπουλος, 27 ο Γάσπαρης, με «γηραιότερο» το Βασιλείου (29) - οι δε άσοι του ΟΣΦΠ, του ίσως πιο δυσκολοκατάβλητου αντιπάλου (3-2 το «σκορ» στις νίκες υπέρ της Ένωσης σε 5 ματς με τους ερυθρόλευκους τη διετία 1938-1940), Ράγκος, Αναματερός, Συμεωνίδης είχαν ήδη 30αρίσει (μόνο ο Βάζος ήταν 26).



…αν ο Μπάγεβιτς παρέμενε στην ομάδα το 1996 και δεν συνδεόταν ποτέ με τον ΟΣΦΠ;
Είναι αλήθεια ότι ο αλλοτινός «Πρίγκιπας» των Ενωσιτών είχε εκδηλώσει τάσεις φυγής από το σύλλογο και νωρίτερα, με σοβαρότερη περίπτωση αυτή του 1991 όταν είχε έρθει σε ρήξη με τον τότε πρόεδρο Στρατό Γιδόπουλο, εν μέσω γενικότερης δυσπραγίας. Ωστόσο επέλεγε εντέλει να συνεχίζει στην Ένωση, όπου άλλωστε λατρευόταν. Το ίδιο διαβεβαίωνε τους ΑΕΚτζήδες ότι θα έπραττε και στο τέλος της σαιζόν 1995-1996, εφόσον η ομάδα κατακτούσε το κύπελλο. Το τρόπαιο πήρε τη θέση του στην κιτρινόμαυρη τροπαιοθήκη, ο Μπάγεβιτς όμως αποδείχτηκε ότι από το Φεβρουάριο εκείνης της χρονιάς είχε ήδη συμφωνήσει με τον ΟΣΦΠ. Πόσο διαφορετικά θα είχε εξελιχτεί η Ιστορία της ΑΕΚ, του ΟΣΦΠ, του ελληνικού πρωταθλήματος, αν δεν είχε επιτευχθεί η εν λόγω συμφωνία; Αν ο Μπάγεβιτς «προσπερνούσε» τα -υπαρκτά- προβλήματα στη σχέση του με τον συγχωρεμένο Μιχάλη Τροχανά; Ή αν δεν ήταν παραδόπιστος; Ή αν δεν δεσμευόταν προς τρίτους; (Δεδομένης της σιωπής του Μπάγεβιτς για τους λόγους της προδοσίας του, προσεγγίζονται όλα τα σενάρια, λογικοφανή και συνωμοσιολογικά). Ή αν τελοσπάντων δεν αποφάσιζε ποτέ ο Κόκκαλης να τον εντάξει στο σχέδιό του για την κυριαρχία του στο ελληνικό ποδόσφαιρο και είχε εξ αρχής στρέψει την προσοχή του σε άλλο προπονητή;


Θα κατακτούσε η ΑΕΚ το πρωτάθλημα του 1996; Ερώτημα που ανακύπτει καθώς υποστηρίζεται ότι η υπόγεια σχέση Μπάγεβιτς-ΟΣΦΠ υπονόμευσε την αγωνιστική προσπάθεια του Δικεφάλου. Καταρχάς, είτε συμφωνούσε ο Μπάγεβιτς με τον ΟΣΦΠ, είτε όχι, ουδόλως θα επηρεαζόταν η εξωαγωνιστική / «παραγοντική» υπεροχή του Παναθηναϊκού. Μήπως δε θα δινόταν λ.χ. το «πέναλτι Σπανέα»; Στον τομέα αυτό τίποτα δε θα άλλαζε. Θα απέφευγε η ομάδα την ήττα στο ντέρμπι της 10ης Απριλίου από τον Παναθηναϊκό με το γκολ του Μπορέλι; Δυστυχώς η διαχείριση των ντέρμπι δεν ήταν ακριβώς το φόρτε του Μπάγεβιτς, ώστε στο σενάριο που ο προπονητής της ΑΕΚ ήταν απόλυτα προσηλωμένος στη δουλειά του στην Ένωση, χωρίς δεύτερες σκέψεις και παράλληλους σχεδιασμούς, να μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα πως θα απέδιδε καλύτερα. Η ήττα εκείνης της ημέρας, με το άθλιο κοουτσάρισμα, εμφανίζοντας μια αδικαιολόγητα άτολμη ΑΕΚ, δεν υπήρξε πάντως η μόνη «ανορθογραφία» στον κρίσιμο β’ γύρο της σαιζόν. Οι ισοπαλίες με τις αδύναμες Παναχαϊκή (1-1) και Καλαμάτα (2-2), συμπτωματικά ή όχι το διάστημα μέσα Φλεβάρη – αρχές Μάρτη, ήταν εξίσου καθοριστικές, όπως και η εκ νέου απώλεια αμέσως μετά το ντέρμπι απέναντι στον ΟΦΗ (1-1). Αν δεχτούμε ότι ο Μπάγεβιτς είχε αρχίσει να παραμελεί τα καθήκοντά του λόγω της συμφωνίας του με τον ΟΣΦΠ, στο σενάριο που αυτή η συμφωνία εξέλιπε, τότε ίσως ναι, αποκλειστικά προσηλωμένος στην ΑΕΚ, ακόμα κι αν έχανε και πάλι από τον ΠΑΟ στο ντέρμπι, πιθανόν να απέτρεπε περαιτέρω απώλειες και να μην επέτρεπε να του ξεφύγει ένας θεωρούμενος σίγουρος τίτλος.


Με παραμονή Μπάγεβιτς θα ερχόταν στην ΑΕΚ το καλοκαίρι του 1996 ο Ντέμης Νικολαΐδης; Έχει καλλιεργηθεί ένας αστικός μύθος πως δήθεν τα «χνώτα» των δύο δεν ταίριαζαν (πώς δοκιμάστηκε άραγε αυτό για να το υποστηρίζει κανείς;) και πως ο Μπάγεβιτς δεν εκτιμούσε το Νικολαΐδη. Είναι γεγονός ότι σύλλογος και ποδοσφαιριστής βρίσκονταν σε επαφή ήδη από το καλοκαίρι του 1995, η πολυπόθητη μεταγραφή όμως αναβαλλόταν. Σε συνέντευξή του πάντως ο Νικολαΐδης έχει υποστηρίξει πως ο Σέρβος του είχε εκμυστηρευτεί εκείνη τη σαιζόν πως τον ήθελε στην ομάδα του, ατάκα που λόγω των μετέπειτα γεγονότων προβλημάτισε εκ των υστέρων το Νικολαΐδη σε ποια από τις δύο ομάδες αναφερόταν ο Μπάγεβιτς, την ΑΕΚ ή τον ΟΣΦΠ. Εξάλλου, αν ο Ντούσαν «σνόμπαρε» ποδοσφαιρικά τον Ντέμη, πώς εξηγείται η εμμονική προσπάθεια του Κόκκαλη να εξαγοράσει τον τελευταίο καθ’ όλη την άνοιξη και μέχρι τον Ιούνιο του 1996, όταν είχε συμφωνήσει με τον Μπάγεβιτς από το Φεβρουάριο και οι ερυθρόλευκοι μονταρίζονταν ήδη σύμφωνα με τις επιθυμίες του μελλοντικού τους προπονητή; Η απόκτηση του Ντέμη από τον Απόλλωνα σε εκείνη τη συγκυρία μάλλον πρέπει να συνδεθεί με την ρευστότητα που απέκτησε η ΠΑΕ μετά τη μεταγραφή του Βασίλη Τσάρτα στη Σεβίλλη, εκατομμύρια που ικανοποίησαν και με το παραπάνω τη διοίκηση του Απόλλωνα.


Μια Ένωση του Μπάγεβιτς (με όλα τα προϋπάρχοντα αστέρια συν Ντέμη) θα απέτρεπε την ερυθρόλευκη χούντα; Ο Μπάγεβιτς χρησίμευσε στον Κόκκαλη, έτσι ώστε το σκορποχώρι των προηγούμενων ετών να μετατραπεί σε ένα πειθαρχημένο σύνολο που θα ήταν σε θέση να μετουσιώσει σε νίκες και τίτλους το εξωαγωνιστικό πλεονέκτημα που εξασφάλιζε το σύστημά του, ήτοι τα δεκάδες παραμυθένια πέναλτι, τα γκολ-οφσάιντ, τις αποβολές αντιπάλων, τις ομάδες-παραρτήματα κ.α.. Υπηρέτησε άψογα αυτό το ρόλο ο Μπάγεβιτς και γι’ αυτό συνέχισε να αποτελεί αντικείμενο μίσους, μετά και πέρα από την προδοσία του 1996. Αν ο Μπάγεβιτς παρέμενε στην ΑΕΚ, ίσως καθυστερούσε λίγο ακόμα η εγκαθίδρυση της χούντας, ίσως απαιτούνταν πολλαπλάσια χρήματα και πολλαπλάσιος κόπος από πλευράς Κόκκαλη για να βρεθεί το κατάλληλο πρόσωπο για τον προαναφερθέντα ρόλο. Σε τελική ανάλυση όμως η επικράτηση της παράγκας αναπόφευκτα θα επιτυγχανόταν. Ο ΟΣΦΠ, γνήσιο τέκνο έτσι κι αλλιώς του ελληνικού κεφαλαίου, ιδρυμένος από βιομήχανους, μεγαλεμπόρους και στρατιωτικούς, που σχεδόν πάντα απολάμβανε διοικήσεων με απευθείας σύνδεση με την αστική εξουσία, ειδικά την περίοδο Κόκκαλη ταυτίστηκε όσο ποτέ άλλοτε με το αστικό ελληνικό κράτος, έγινε οργανικό -και επικερδές- τμήμα του και παραμένει τέτοιο μέχρι σήμερα. Πρέπει να γυρίσουμε το χρόνο πολύ πιο πίσω για να βρούμε το σημείο καμπής και να ξετυλίξουμε ένα παράλληλο εναλλακτικό νήμα ιστορίας, όπου θα μπορούσε να αποφευχθεί το μονοπώλιο που εκμαύλισε συνειδήσεις και δηλητηρίασε οριστικά και αμετάκλητα το ελληνικό ποδόσφαιρο. Αμιγώς αγωνιστικά, η ΑΕΚ ακόμα και χωρίς Μπάγεβιτς διατηρήθηκε ισχυρή, διεκδίκησε πρωταθλήματα και κέρδισε κύπελλα. Πιθανότατα με αυτόν στο τιμόνι να αντιστεκόταν ακόμα περισσότερο και να πετύχαινε να αποτρέψει την κλοπή 1-2 πρωταθλημάτων.

Αυτά που σίγουρα θα γλίτωνε ο σύλλογος με την παραμονή Μπάγεβιτς θα ήταν, αφενός ο πικρός εμφύλιος στις τάξεις των οπαδών του μετά τις επιστροφές του, αφετέρου τα κόμπλεξ και τα διάφορα μυθεύματα με τα οποία τάιζαν οι κιτρινόμαυροι ΑΡΔ τον κόσμο από το 1996 και έπειτα, πως μόνο με τα συστήματα του Μπάγεβιτς, την ιδιοσυγκρασία του Μπάγεβιτς, τα υποτιθέμενα γούστα του Μπάγεβιτς σε παίκτες, μόνο με «συνταγή Μπάγεβιτς» τελοσπάντων -όλοι οι άλλοι ήταν από ανεπαρκείς έως τσαρλατάνοι- θα επέστρεφε η ΑΕΚ στον πρωταθληματικό θρόνο. Παραμένοντας τότε, ο Σέρβος θα συνέχιζε να αποδίδει τα μέγιστα όσο το ποδόσφαιρό του συμβάδιζε ακόμα με τις εξελίξεις και αν δεν προσαρμοζόταν στις σύγχρονες απαιτήσεις, όπως συνέβη και στην πραγματική Ιστορία, θα αποδομούνταν φυσιολογικά και θα αποχωρούσε όπως κάθε ανάλογος συνάδελφός του, χωρίς ίντριγκα και χωρίς το φάντασμά του να πλανάται πάνω από κάθε απόπειρα εξορθολογισμού, οδηγώντας σε πισωγυρίσματα (φτάσαμε ακόμα και εν έτει 2015 να αδειάζει η ΑΕΚ τα χαφ και να παίζει «ροντέο» 4-1-5 γιατί «έτσι νίκαγε ο Μπάγεβιτς το 1993 ναούμε»…).

Όσο για τον ίδιο τον Ντούσαν, θα μπορούσε να γίνει ο Αλεξ Φέργκιουσον της Ένωσης, ο μέγιστος των θρύλων της, η πιο σεβάσμια μορφή της. Νομίζω ότι έχει αντιληφθεί τι ευκαιρία έχασε και ο ίδιος και γι’ αυτό εκλαμβάνω τη συγγνώμη του το 2008 ως ειλικρινή και ως εκ τούτου τη θεωρώ αποδεκτέα, χωρίς κάτι τέτοιο να ισοδυναμεί με λήθη ή με συμφωνία με την περαιτέρω ενασχόλησή του με τα της ΑΕΚ.


…αν το «ζερό» γινόταν πράξη από το 2004;
Ας υποθέσουμε ότι ο Ντέμης Νικολαΐδης δεν παρατούσε την καριέρα του στην Ατλέτικο Μαδρίτης επιχειρώντας να αποσοβήσει το ενδεχόμενο πτώχευσης της ΠΑΕ ΑΕΚ το καλοκαίρι του 2004 ή αν για τον οποιονδήποτε λόγο δεν καρποφορούσε η προσπάθειά του. Εναλλακτική υπήρχε, η ίδια που ακολουθήθηκε και το 2013. Ανάληψη του συλλόγου από το Μελισσανίδη, πτώχευση, βουτιά στην υψηλότερη ερασιτεχνική κατηγορία, επανεκκίνηση από εκεί, άνοδος στην Α’ έχοντας απαλλαχθεί από τα χρέη και έκτοτε «διαχείριση» ρίχνοντας «ζαριές» μπας και «κάτσει» το πρωτάθλημα. Πόσο διαφορετικά λοιπόν θα εξελισσόταν η Ιστορία;


Είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η παρουσία του Μελισσανίδη θα λειτουργούσε ως εχέγγυο για ομαλές και άμεσες ανόδους κατηγοριών, όπως συνέβη και το 2013. Επομένως η ΑΕΚ μέσα σε τρία χρόνια, δεδομένου ότι τότε υπήρχε και Δ’ Εθνική, θα βρισκόταν και πάλι πίσω στην Α’ (2004-05 Δ’, 2005-06 Γ’, 2006-07 Β’, 2007-08 Α’). Θα μετρούσε δηλαδή ένα χρόνο επιπλέον απουσίας από την κορυφαία κατηγορία σε σχέση με ό,τι συνέβη μετά το 2013, όταν πλέον υπήρχαν μόνο Γ’ (2013-14) και Β’ (2014-15). Θα απέφευγε όμως ο σύλλογος να βιώσει σαιζόν τόσο επώδυνη όπως αυτή του 2012-13, όταν επί 30 βασανιστικά ματς ο οργανισμός ταλαντευόταν μεταξύ παραμονής με αχαρτογράφητο μέλλον, παραμονής συνοδευόμενης με εφιαλτικά σενάρια περί υποταγής και πτώσης πάση θυσία, με κάθε τρόπο, ανάλογα με τις επιθυμίες κάθε φράξιας εντός του. Θα είχαμε γλιτώσει από την καταγραφή ενός σωρού αρνητικών ρεκόρ, αλλά και από μενιδιάτικες εφόδους. Η όλη κάθοδος θα συντελούνταν μέσα σε ένα καλοκαίρι, σε καιρό αγωνιστικής απραξίας, μακριά από το τεραίν, χωρίς τις εικόνες τραγωδίας των αγώνων με τον Πανθρακικό και τον Ατρόμητο.

Θα διεκδικούσε η Ένωση το πρωτάθλημα αμέσως μετά την επιστροφή της, ήτοι τη σαιζόν 2007-08; Κρίνοντας και πάλι με βάση την πολιτική της νυν διοίκησης και συνυπολογίζοντας τους συσχετισμούς όσον αφορά τον ανταγωνισμό, νομίζω ότι η απάντηση μάλλον πρέπει να είναι αρνητική. Αν από το 2015 και μέχρι το 2018 ο ανταγωνισμός της ΑΕΚ απαρτιζόταν από έναν σταθερά ισχυρό, τον ΟΣΦΠ, έναν ΠΑΟ υπό διαρκές «μνημόνιο» και έναν νεόπλουτο «αφάνελο», ολοένα ισχυρότερο παρασκηνιακά, αλλά άγαρμπο ως προς την αξιοποίηση αυτής της ισχύος του, δηλαδή τον ΠΑΟΚ, το 2007-08 η ΑΕΚ θα είχε να αντιμετωπίσει τους δύο κλασικούς ανταγωνιστές της που δεν αντιμετώπιζαν διοικητικά προβλήματα, κουβαλούσαν δε προίκα πίσω τους τα εκατομμύρια του ChampionsLeague. Το πιθανότερο είναι να πλασαριζόταν και τότε όπως και σήμερα τριτοτέταρτη, πραγματοποιώντας πρωταθλητισμό 1/5 χρόνια, με εξαγγελίες περί «επενδύσεων» μετά το χτίσιμο του νέου γηπέδου.

Είναι προφανής από το κλείσιμο της προηγούμενης παραγράφου η επόμενη υπόθεση που θα εξεταστεί. Ποια η εξέλιξη του γηπεδικού ζητήματος με «ζερό» το 2004; Εκείνη την εποχή ο πρώην πρόεδρος της Ένωσης δεν είχε ακόμα συνδέσει την ανέγερση γηπέδου στη Φιλαδέλφεια με το σχέδιο αυτοϋποβιβασμού και «καθαρής» επιστροφής της ομάδας στην Α’ Εθνική. Ένα χρόνο πριν μιλούσε ακόμα για «AEK City» στο Λουτράκι (και για πολλά άλλα που έχουν «θαφτεί» από τους αυλικούς, όπως π.χ. ο παρωχημένος ύμνος που έπρεπε να αλλάξει). Ήταν άλλωστε πολύ πρόσφατη εξέλιξη η κατεδάφιση του «Νίκος Γκούμας». Σίγουρα όμως θα συνδύαζε σύντομα τα δύο σχέδια, αφού, ακόμα και με την υπαρκτή γραφειοκρατία, η ανέγερση γηπέδου στο ιδιόκτητο οικόπεδο της ΑΕΚ έχει αποδειχτεί πως ήταν η ορθότερη και ευκολότερη λύση. Προφανώς το γήπεδο αυτό θα είχε χαρακτηριστικά σαν αυτά του νυν υπό ανέγερση και όχι εκείνα της παπάτζας που παρουσίασε το 2005 στις εκλογές της Ερασιτεχνικής ο Μελ, επιχειρώντας είσοδο μέσω του 10% της ΕΡΑ στην ΠΑΕ, έχοντας λάμψει διά της απουσίας του ένα χρόνο πριν (θυμίζω: 36.500 θέσεις, 11.000 τ.μ. εμπορικό κέντρο, προπονητήριο μπάσκετ, προπονητήριο βόλεϊ, πάρκινγκ 1.500 θέσεων κι όλα αυτά τα ευφάνταστα που με κάποιο μαγικό τρόπο θα χωρούσαν «στο χωράφι μας» θα κόστιζαν 73.800.000 ευρώ εκ των οποίων το 73% θα προερχόταν από δανεισμό). Εν πάση περιπτώσει σε 5(;), σε 7 (τόσα μετράμε σήμερα από τις εξαγγελίες), σε 10(;) χρόνια, το γήπεδο θα είχε χτιστεί.


Αποφυγή της εφιαλτικής σαιζόν 2012-2013, γρηγορότερο χτίσιμο γηπέδου… Μήπως τελικά ήταν προτιμότερο να εφαρμοστεί το «ζερό»-«ριστάρτ» από το 2004; Η ζυγαριά νομίζω ότι κλίνει προς το «όχι». Τόσο για την ΑΕΚ, όσο και για τον Μελισσανίδη τον ίδιο, η παράταση ζωής που πήρε τότε ο σύλλογος υπήρξε ευεργετική.

Η κατακρήμνιση στην ερασιτεχνική κατηγορία το 2004 δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο «εύπεπτη» με αυτήν το 2013. Το επίπεδο του ελληνικού πρωταθλήματος, το πρεστίζ του, τα μεγέθη των συλλόγων και των ποδοσφαιριστών, αλλά και η καθημερινότητα, η ψυχοσύνθεση, τα κυρίαρχα αφηγήματα, τα ιδεολογήματα της ελληνικής κοινωνίας στα δύο αυτά χρονικά ορόσημα απείχαν παρασάγγας μεταξύ τους. Εν έτει 2013, εν μέσω οικονομικής κρίσης, στο χειρότερο ίσως σημείο της μάλιστα, ο Έλληνας εργαζόμενος είχε αρχίζει να εξοικειώνεται με γεγονότα που στην επίπλαστη ευμάρεια του 2004 δεν φανταζόταν καν. Με επιχειρήσεις, εργασιακές σχέσεις, εργατικές κατακτήσεις και νοικοκυριά να διαλύονται, η κατάρρευση της αγαπημένης του ομάδας –που δεν έπαυε κι αυτή να αποτελεί μια εταιρία– ειδικά αν είχε ήδη τα προβλήματά της, δεν έμοιαζε πλέον εξωπραγματικό, αδιανόητο σενάριο. Στην Ελλάδα του 2004 αντίθετα, με τις γύρωθεν χαρές και τα πανηγύρια, θα έμοιαζε απόκοσμη αυτή η εξέλιξη, θα προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερο και ακόμα πιο δύσκολα διαχειρίσιμο σοκ.

Στην Ελλάδα του 2013 το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα είχε προ πολλού απαξιωθεί από την «παράγκα» και εν συνεχεία από την «Ε.Ο.». Το θέαμα κάθε χρόνο όλο και πιο οικτρό. Η ευρωπαϊκή προοπτική για οποιονδήποτε άλλο πλην του διορισμένου πρωταθλητή απόλυτα επισφαλής. Οι εποχές των παιχταράδων Νικολαΐδη, Τσάρτα, Βαζέχα, Ριβάλντο, Ζιοβάνι, Ζιλμπέρτο περασμένες ανεπιστρεπτί. Ιστορικές ομάδες είχαν ήδη εξαφανιστεί ή έπνεαν τα λοίσθια, ενώ ταυτόχρονα ο Παναθηναϊκός έπαυε να αποτελεί πρωταγωνιστή της λίγκας, εισερχόμενος σε ένα σκοτεινό τούνελ από το οποίο δεν έχει βγει έκτοτε. Σε ένα γενικότερα παρακμιακό περιβάλλον, η κατάδυση της ΑΕΚ στα τάρταρα κατέστη δυνατό να συντελεστεί με την ελάχιστη χλεύη. Πώς θα επιτυγχανόταν το ίδιο το 2004, όταν τριγύρω οι παραδοσιακοί ανταγωνιστές της Ένωσης βρίσκονταν ακόμα στην ακμή τους, αμφότεροι αποτελούσαν σταθερές ομάδες του ChampionsLeague, ο Παναθηναϊκός μόλις είχε κατακτήσει νταμπλ, ο δε Ολυμπιακός ετοιμαζόταν να φέρει Ριβάλντο; Σε μια χώρα που μόλις είχε κατακτήσει το Euro και θα διοργάνωνε Ολυμπιακούς Αγώνες και ποδοσφαιρικά στεκόταν ακόμα στο τοπ-10 των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων;

Πόσο εύκολα θα «κατάπινε» ο ΑΕΚτζής ότι μια ομάδα, δύο σερί χρονιές παρούσα στο ChampionsLeague, εκτός διεκδίκησης του τίτλου για μία μόλις χρονιά (και όχι επί σειρά ετών) κι αυτή λόγω εξωαγωνιστικών παραγόντων, αφού στο τεραίν παρέτασσε Dream Team, ουσιαστικά την ομάδα που μόλις είχε κατακτήσει το Euro (Ζαγοράκης, Κατσουράνης, Τσάρτας, Καψής, Λάκης –συν Λυμπερόπουλο, Οκκά, Ίβιτς, Γεωργάτο κ.α.), σε ένα βράδυ θα καλούνταν να συνηθίσει να παίζει με τα Άσπρα Χώματα και τις Δόξες Κρυονερίου επί τρία χρόνια γιατί κάποιος έκρινε ότι δεν υπήρχε άλλη λύση; Το 2013 οι αμέσως προηγούμενες μέτριες σαιζόν, με χαρακτηριστική την αδυναμία πρωταθλητισμού και τις ευρωπαϊκές αποτυχίες (2009-2012), διευκόλυναν τα μέγιστα την υπόθεση.

Ακριβώς για τον ίδιο λόγο ήταν ευεργετικό για τον Μελισσανίδη ένα «ζερό» το 2013 και όχι το 2004. Το 2004-2007 οι απαιτήσεις του κόσμου θα βρισκόταν στα ύψη. Ομάδα πρωταθλητισμού, ομάδα ChampionsLeague, θα την έστελνε επί τριετία σε Δ’-Γ’-Β’. Πάραυτα θα έπρεπε από το 2007 να την επιστρέψει στο ίδιο επίπεδο. Από το 2015 και την επιστροφή στην Α’, με νωπές τις παρακμιακές εικόνες του 2009-2012 και την τραγωδία του 2013, οι απαιτήσεις της πλειονότητας του κόσμου της ΑΕΚ –θλίβομαι που θα το γράψω- έχουν αποδειχτεί στην πράξη, παρά την κατά καιρούς γκρίνια, μειωμένες. Ο κόσμος έχει «συνθηκολογήσει», έχει «καταπιεί» το αφήγημα «δεν υπάρχει εναλλακτική», έχει «καταπιεί» το αφήγημα «πού θα ήταν η ΑΕΚ χωρίς τον Μελισσανίδη;», έχει «καταπιεί» το αφήγημα πως ο τελευταίος δήθεν «την βρήκε στη Γ την ομάδα και την έσωσε». Έτσι τυχαία, περνώντας απ’ έξω. Όχι ότι έθετε ως προαπαιτούμενο επί 12 χρόνια να πέσει για να ασχοληθεί. Ίσως να έχει πιστέψει ότι του χρωστάει κιόλας που δεν ανέλαβε –με τους όρους του πάντα– από νωρίτερα (αξέχαστο το σλόγκαν των εισιτηρίων διαρκείας «ξεπληρώνουμε το χρέος μας» - απέναντι σε ποιον;;;).

Όπως και να ‘χει, η μη ύπαρξη της τετραετίας 2004-2008, έστω και όπως αυτή διαδραματίστηκε στην πραγματικότητα, χωρίς την κατάκτηση κάποιου τίτλου –χωρίς την απονομή του ορθότερα, θα αποτελούσε πλήγμα για την ΑΕΚ, θα της στερούσε ένα εχέγγυο για το μέλλον. Το κιτρινόμαυρο οπαδικό κίνημα γνώρισε στιγμές πρωτόγνωρης συσπείρωσης και αναζωογονήθηκε με νέες φουρνιές οπαδών, απαλλαγμένων από μίρλα και καζαντζιδισμό. Φουρνιές οπαδών που έπαψαν να μεγαλώνουν με τον αστικό μύθο της «χρυσής συνταγής του Μπάγεβιτς του ‘90», η οποία, όποια κι αν υποτίθεται ότι ήταν, τύχαινε ανεφάρμοστη πλέον μετά την απόφαση Μποσμάν του 1996. Που έγιναν σοφότεροι με Σάντος, που έμαθαν κάτι διαφορετικό από τον Φερέρ. Που διψούν για μπάλα, για πρόοδο, για νέες ιδέες. Που μπολιάστηκαν από συναισθήματα, από επιδόσεις αντάξιες των έως τότε ιστορικών στάνταρ της ομάδας παρά το άχθος των χρεών και την ύπαρξη «παράγκας», που χάρη στις ελπίδες που εξέθρεψε αυτή η τετραετία έμειναν ατσαλωμένοι τα επόμενα χρόνια και κράτησαν το σύλλογο στα ανεκτά πληθυσμιακά επίπεδα που βρίσκεται σήμερα, φρενάροντας έστω και λίγο την ταχεία γήρανση του κιτρινόμαυρου οπαδικού κινήματος.



1 σχόλιο :

  1. To ιδανικό θα ήταν Ντέμης πρόεδρος ΠΑΕ το 2004 και Τίγρης πρόεδρος ερασιτεχνικής το 2005. Και γήπεδο θα φτιάχναμε ΚΑΙ δεν θα φουντάραμε ποτέ... Μεγάλη κίνηση Ντέμη το 2004, αυτοκτονία ΑΕΚ το 2005.

    Εμμανουέλα

    Εμμανουέλα

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας