Menu

ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Ποδόσφαιρο: Ψωμιάδης, Γρανίτσας, Παππάς, Νοτιάς, Θανόπουλος, Αδαμίδης, Κασνακίδης, Δημητρέλος, Ορίτζιναλ, ΑΡΔ
Μπάσκετ: Φιλίππου, Γρανίτσας, Δρόσος, Καραμανλής, Ορίτζιναλ

Μίμης Παπαϊωάννου


Μια από τις πιο προσφιλείς συνήθειες των μελετητών της ιστορίας του ελληνικού ποδοσφαίρου αποτελεί η συζήτηση με αντικείμενο τους κορυφαίους: ποια ομάδα έχει παίξει το καλύτερο ποδόσφαιρο, ποια έχει συμμετάσχει με μεγαλύτερη επιτυχία στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, ποιος είναι ο καλύτερος προπονητής, ποιος είναι ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής. Σ’ αυτό το τελευταίο ερώτημα, οι δημοσιογράφοι των δήθεν αντικειμενικών εφημερίδων προτείνουν ως απάντηση τον Βασίλη Χατζηπαναγή. Το σκεπτικό τους; Ενδεχόμενη επιλογή παίκτη που έχει συνδέσει το όνομά του με την ΑΕΚ ή τον ΠΑΟ, θα εξόργιζε τους, παραδοσιακά ανίκανους να κρίνουν αντικειμενικά, οπαδούς του ΟΣΦΠ, οι οποίοι αποτελούν σε μέγιστο βαθμό το αναγνωστικό κοινό των εν λόγω φυλλάδων. Ο Ηρακληδέας «Βάσια» λοιπόν, προσφερόταν ως η τέλεια «ανώδυνη» λύση. Με όλο τον σεβασμό στον τεράστιο «Έλληνα Νουρέγιεφ», που ομολογουμένως υπήρξε απαράμιλλος παραγωγός θεάματος, το ποδόσφαιρο δεν είναι χορός. Για να τοποθετηθεί κανείς στην κορυφή χρειάζεται να συνδυάζει τεχνική αρτιότητα, φυσικά προσόντα, οξύνοια, διάρκεια στο υψηλό επίπεδο, προσωπικότητα, επιδόσεις, συνεισφορά σε αγωνιστικές επιτυχίες. Όλες αυτές τις παραμέτρους έλαβε υπόψη η Διεθνής Επιτροπή Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου (IFFHS) και τον Ιανουάριο του 1999 ανακήρυξε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα, έναν παίκτη που τίμησε για 17 χρόνια την φανέλα με τον Βυζαντινογέννητο Δικέφαλο: τον Μίμη Παπαϊωάννου.



Η «Νέα Γενεά» και το «μεγάλο ποτάμι»
Ο Παπαϊωάννου γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1942 στη Νέα Νικομήδεια Ημαθίας. Ο πατέρας του, Κωνσταντίνος, ήταν έφορος στην τοπική ομάδα του χωριού, τη «Νέα Γενεά» κι έτσι ο μικρός Δημήτρης θα έρθει άμεσα σε επαφή με τη στρογγυλή θεά: κατά τη διάρκεια των αγώνων καθόταν πίσω από τις εστίες για να μαζεύει τις μπάλες από σουτ που κατέληγαν άουτ. Εκτελούσε, δηλαδή, καθήκοντα «ball boy», όπως θα λέγαμε στη σημερινή εποχή. Σύντομα θα αναλάμβανε ρόλο και εντός των αγωνιστικών γραμμών: σε ηλικία 15 ετών υπογράφει δελτίο με την ομάδα και αρχίζει να επιδεικνύει δείγματα αξιοζήλευτου ταλέντου. Μέσα στην επόμενη διετία γίνεται η ατραξιόν του χωριού και η μετακίνηση στη μεγαλύτερη ομάδα του νομού, τη Βέροια, μοιάζει φυσικό επακόλουθο.

Η μεταγραφή στη «Βασίλισσα του Βορρά» πραγματοποιείται το 1959 υπό μορφή υποσχετικής για δύο χρόνια. Κατά τον πρώτο χρόνο παραμονής του Μίμη στην πρωτεύουσα της Ημαθίας, πλησιάζει τους παράγοντες της «Νέας Γενεάς» (όπου ανήκαν τα δικαιώματα του παίκτη) ο ΠΑΟΚ, προσφέροντας 60.000 δραχμές για να εντάξει στο δυναμικό του το νεαρό άσο. Η ομάδα ζητάει 80.000 δραχμές και οι διαπραγματεύσεις τελματώνουν. Την επόμενη σεζόν, με τη λήξη της υποσχετικής, οι μνηστήρες πληθαίνουν. Η Βέροια επιθυμεί να τον κρατήσει μόνιμα στις τάξεις της, ο Άρης και ο Απόλλων Καλαμαριάς εκδηλώνουν επίσημο ενδιαφέρον, ενώ και ο ΠΑΟΚ επιστρέφει δριμύτερος με βελτιωμένη προσφορά. Η φήμη του νεαρού βραχύσωμου επιθετικού όμως είχε ξεφύγει από τα στενά όρια της Βόρειας Ελλάδας και είχε φτάσει μέχρι την Αθήνα και τη Νέα Φιλαδέλφεια. Το χειμώνα του 1961, ο Τρύφων Τζανετής, προπονητής τότε της ΑΕΚ, εισηγείται στον πρόεδρο Νίκο Γκούμα την απόκτηση του Παπαϊωάννου και η Ένωση καταθέτει πρόταση 175.000 δραχμών στη Νέα Γενεά, προσφέροντας και συναλλαγματική 25.000 στον παίκτη.

Ο Μίμης εξαιτίας της προσφυγικής του καταγωγής, γοητεύεται αμέσως από το έμβλημα του Δικέφαλου Αετού και τα βυζαντινά κιτρινόμαυρα χρώματα. Δελεάζεται επίσης και από το υψηλό, για τα δεδομένα της εποχής, ποσό που ήταν διατεθειμένη να του δώσει η ΑΕΚ, αφού η οικογένειά του δεν ήταν ευκατάστατη και είχε άμεση ανάγκη τα χρήματα. Διστάζει όμως να πει το «ναι», εξαιτίας της μεγάλης απόστασης, καθώς δε θέλει να φύγει τόσο μακριά από το σπίτι του και σκέφτεται να αποδεχτεί την πρόταση του ΠΑΟΚ, στον οποίον ήταν φιλικά προσκείμενος ο ίδιος και ο αδερφός του, ως παιδάκια. Ζητά τη συμβουλή του προέδρου της «Νέας Γενεάς», Κώστα Βοριατζίδη. Η απάντηση του προέδρου θα σημαδέψει την υπόλοιπη ζωή του: «Αν θες να πνιγείς, να πνιγείς σε μεγάλο ποτάμι». Το καλοκαίρι του 1962, έχοντας εγκαταλείψει τους όποιους ενδοιασμούς, ο Παπαϊωάννου θα διασχίσει τον προσωπικό του Ρουβικώνα και θα μείνει στην επιφάνεια για τις επόμενες δύο δεκαετίες.


Το πρωτάθλημα, η Ρεάλ, ο Καζαντζίδης, η Γερμανία...
Ο 20χρονος Βεροιώτης θα αποδειχθεί με το «καλημέρα» το απαραίτητο συμπλήρωμα που χρόνια αναζητούσε ο Κώστας Νεστορίδης, στην προσπάθειά του να οδηγήσει την ΑΕΚ στην κατάκτηση του τίτλου. Από τα πρώτα κιόλας ματς που αγωνίζονται μαζί ως δίδυμο στην επίθεση, κατανοούν ο ένας το παιχνίδι του άλλου και εφαρμόζοντας άψογα τον κλασικό συνδυασμό «1-2», φορτώνουν ακατάπαυστα τις αντίπαλες εστίες με γκολ. Στο τέλος της περιόδου 1962-63 η ΑΕΚ ισοβαθμεί στην πρώτη θέση με τον ΠΑΟ και ορίζεται αγώνας μπαράζ που θα κρίνει τον πρωταθλητή. Ο Μίμης σκοράρει δύο φορές, το ματς λήγει 3-3 και η ΑΕΚ στέφεται πρωταθλήτρια έπειτα από 23 ολόκληρα χρόνια, εξαιτίας του καλύτερου συντελεστή τερμάτων κατά την κανονική περίοδο του πρωταθλήματος, όπως προέβλεπε ο κανονισμός.

Η εξαιρετική συνεργασία με τον Νεστορίδη συνεχίζεται, ενώ σιγά σιγά ο Παπαϊωάννου αρχίζει να ξεδιπλώνει πτυχές του δικού του ιδιαίτερου ταλέντου. Ξεκινά να διαγράφεται στις συνειδήσεις των φιλάθλων ως ο διάδοχος του Νέστορα και το νέο μεγάλο αστέρι της ΑΕΚ αλλά και του ελληνικού ποδοσφαίρου. Το 1965 έρχεται στην Αθήνα για να δώσει φιλικό αγώνα με την ΑΕΚ η Ρεάλ Μαδρίτης. Ο Μίμης πραγματοποιεί εκπληκτική εμφάνιση, σκοράροντας εναντίον των «μερένχες» δύο φορές. Ξετρελαμένοι μαζί του οι παράγοντες των Μαδριλένων, καταθέτουν πρόταση αγοράς του, ύψους 4.000.000 δραχμών (ποσό αστρονομικό για την εποχή). Στον ίδιο τον παίκτη προσφέρουν συμβόλαιο 700.000 δραχμών το χρόνο! Η προοπτική να αγωνιστεί στην κορυφαία ομάδα του κόσμου (είχε κατακτήσει ήδη 5 Κύπελλα Πρωταθλητριών και θα κατακτούσε ένα ακόμα το 1966), πλάι σε «ιερά τέρατα» όπως ο Πούσκας και ο Αμάνθιο δε θα μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον 23χρονο τότε Μίμη. Ζητά από τον Βασίλη Σεβαστάκη, γενικό αρχηγό της ΑΕΚ, να δεχτεί η ομάδα την πρόταση, όμως ο Ενωσίτης παράγοντας αρνείται κατηγορηματικά: «Αν σε δώσουμε, θα πρέπει να φύγουμε από την Αθήνα, γιατί θα μας δείρουν οι οπαδοί». Όπως είπαμε και προηγουμένως, ο Μίμης προοριζόταν για διάδοχος του 35χρονου πλέον Νεστορίδη.

Η πικρία του Παπαϊωάννου για την ματαίωση της μεταγραφής υπήρξε τόσο βαθιά, που σκέφτεται να σταματήσει το ποδόσφαιρο. Εγκαταλείπει την ομάδα και αναζητά διέξοδο στο εξωγηπεδικό του χόμπι: το μπουζούκι. Την ίδια εποχή, απηυδησμένος από την νοσηρή κατάσταση στη νυχτερινή ζωή της Αθήνας, που χαρακτηριζόταν από νεόπλουτους θαμώνες και μπράβους, ο κορυφαίος λαϊκός τραγουδιστής Στέλιος Καζαντζίδης, παίρνει την απόφαση να περιοδεύσει στη Γερμανία, μαζί με τη Μαρινέλα και το Χρήστο Νικολόπουλο. Συντοπίτης του Νικολόπουλου και προσωπικός φίλος του Καζαντζίδη, ο Παπαϊωάννου προσφέρεται να συμπεριληφθεί στο σχήμα και ταξιδεύει μαζί τους στη Γερμανία. Εκεί συμμετέχει σε συναυλίες που διοργανώνει το μουσικό τρίο για τους ομογενείς μετανάστες, παίζοντας μπουζούκι, αλλά και ερμηνεύοντας και κάποια τραγούδια.

Με τη Μαρινέλα και το Στέλιο
Η περιοδεία θα διαρκέσει δύο μήνες. Όταν φτάνει στο τέλος της, οι παράγοντες της ΑΕΚ προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον Μίμη, που παραμένει χολωμένος και να τον πείσουν να επιστρέψει στις αγωνιστικές υποχρεώσεις της ομάδας. Τις διαπραγματεύσεις αναλαμβάνει προσωπικά ο ίδιος ο Καζαντζίδης, καθώς ήταν οπαδός της ΑΕΚ και ενδιαφερόταν για το καλό του συλλόγου. Πείθει τον Παπαϊωάννου να γυρίσει, ενώ θέτει στη διοίκηση της Ένωσης ως όρο, το νέο συμβόλαιο του Μίμη με την ομάδα να ανέρχεται στις 500.000 δραχμές, ως ένδειξη αναγνώρισης της αξίας του. Η διοίκηση τον αποδέχεται, ο Μίμης παίρνει το αεροπλάνο για Ελλάδα και στο πρώτο του παιχνίδι μετά την επιστροφή του, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας κόντρα στον Παναθηναϊκό, σκοράρει και οδηγεί την ΑΕΚ στη νίκη. Σαν να μην έλειψε μια μέρα...


Απόλυτος πρωταγωνιστής
Το Δεκέμβριο του 1965 η καριέρα του Κώστα Νεστορίδη με τα κιτρινόμαυρα φτάνει στο τέλος της και ο Μίμης Παπαϊωάννου αναλαμβάνει να ηγηθεί της αγωνιστικής προσπάθειας. Τα επόμενα 14 χρόνια θα αποτελέσει τη «σημαία» της ομάδας, θα πρωταγωνιστήσει σε όλες τις μεγάλες στιγμές του συλλόγου, θα προσφέρει στο φίλαθλο κοινό ποδόσφαιρο ποιοτικό και μεστό και θα γνωρίσει την απόλυτη δόξα από τους φίλους και το σεβασμό από τους αντιπάλους.

Νταμπλούχος 1978
Από το 1966 μέχρι το 1974 θα αποτελέσει τον κύριο εκφραστή των επιθετικών ενεργειών του Δικεφάλου, αγωνιζόμενος ως κεντρικός επιθετικός με παρτενέρ έναν άλλον εξαιρετικό σκόρερ και χαρακτήρα, τον Κώστα Νικολαϊδη. Με καθοριστικά γκολ, ιδίως στα ντέρμπι με ΟΣΦΠ και ΠΑΟ, θα συμβάλει τα μέγιστα στην κατάκτηση των πρωταθλημάτων του 1968 και του 1971, ενώ ταυτόχρονα θα πραγματοποιήσει μεγάλες εμφανίσεις και στα ευρωπαϊκά παιχνίδια, με αποκορύφωμα τη σεζόν 1968-69, όταν η ΑΕΚ φτάνει ως τα προημιτελικά του Κυπέλλου Πρωταθλητριών. Τα εξαιρετικά του φυσικά προσόντα, το ανεξάντλητο τεχνικό του οπλοστάσιο (αψεγάδιαστο κοντρόλ, καλή ντρίμπλα, φαρμακερό αριστερό σουτ, ικανότητα στο ψηλό παιχνίδι παρά το χαμηλό του ύψος, ακριβής κοντινή/μακρινή κάθετη ή παράλληλη μεταβίβαση), αλλά και η ευστροφία του, θα του επιτρέψουν να συνεχίσει και μετά το 1974, παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, να αγωνίζεται στο υψηλό επίπεδο, από μια νέα θέση πλέον, αυτή του οργανωτή-«10αριού». Αναπόσπαστο γρανάζι της ομάδας-μοντέλο που δημιούργησε ο Λουκάς Μπάρλος, θα αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι του στην ξέφρενη πορεία προς τους «4» του Κυπέλλου Ουέφα του 1977, ειδικά με την ασύλληπτη κεφαλιά του για το 3-0 επί της QPR, στο νταμπλ του 1978 και στο πρωτάθλημα του 1979. Καταξιωμένος όσο λίγοι, θα αποχωρήσει το καλοκαίρι του 1979 για τις ΗΠΑ, όπου θα αγωνιστεί ως τα 40 του στον Παγκύπριο Νέας Υόρκης.


Κυρίαρχος των αιθέρων
Παπαϊωάννου-Νεστορίδης-Σταματιάδης
Ένα από τα μεγαλύτερα και πιο αξιοθαύμαστα χαρίσματα του Μίμη Παπαϊωάννου ήταν η ευχέρειά του στο ψηλό παιχνίδι., παρά το γεγονός ότι ήταν κοντός στο ανάστημα. Χαρακτηριστικό είναι ότι από τα 235 γκολ που σημείωσε στην Α’ Εθνική, τα 49 επιτεύχθηκαν με κεφαλιές. Για την ικανότητά του αυτή, ο Μίμης μίλησε αναλυτικά, σε συνέντευξη που έδωσε στις 14/6/2011 στο blog «Κολλημένη με την μπάλα»: «Ήταν θέμα timing πιστεύω, γιατί αντιλαμβανόμουν που βρισκόταν η μπάλα, σε πόση ώρα θα ερχόταν σε μένα και σε ποιο σημείο θα μπορούσα να την φτάσω. Δεν ήταν ότι πηδούσα ψηλά, απλά έβρισκα το χώρο μέσα στο χρόνο και εκεί έκανα την διαφορά. Από μακριά, στην κερκίδα, φαινόταν ότι σταματούσα στον αέρα, έτσι όπως μάζευα τα πόδια μου για να βρω την μπάλα, έδινα την εντύπωση ότι ο χρόνος σταματούσε και εγώ "πάγωνα"». Σε παλαιότερή του συνέντευξη στη ΝΕΤ, είχε αποκαλύψει ότι στην ανάδειξή του σε δεινό κεφαλοσφαιριστή, είχε βοηθήσει και ένα παιχνίδι των παιδικών του χρόνων στην Ημαθία, κατά το οποίο τα παιδιά του χωριού μαζεύονταν κάτω από ένα δέντρο και με επιτόπια άλματα προσπαθούσαν να φτάσουν το πλησιέστερο κλαδί!

Τις ...αεροπλανικές του ικανότητες, ο Παπαϊωάννου δεν τις έδειξε μόνο με τις κεφαλιές του, αλλά και ως τερματοφύλακας! Στις 26 Οκτωβρίου του 1968, στο στάδιο Καραϊσκάκη, κι ενώ η ΑΕΚ προηγούνταν του Ολυμπιακού με 3-2 με τον ίδιο να έχει χριστεί σκόρερ, κλήθηκε να αντικαταστήσει στο 85ο λεπτό τον Στέλιο Σεραφείδη που αποβλήθηκε. Σ’ αυτό το τελευταίο πεντάλεπτο απογειώθηκε δύο φορές στο «Γ» της εστίας, αποκρούοντας σουτ-κεραυνούς του Γιώργου Σιδέρη και κρατώντας έτσι τη νίκη για την ΑΕΚ!


STATS & TRIVIA
Είναι ο 1ος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της ΑΕΚ με 291 γκολ σε 564 εμφανίσεις. Αναλυτικά έχει πετύχει:
· 235 γκολ σε 481 συμμετοχές στην Α’ Εθνική
· 45 γκολ σε 50 αγώνες Κυπέλλου Ελλάδας
· 11 γκολ σε 33 αγώνες διοργανώσεων της UEFA

Οι 564 φορές που φόρεσε τη φανέλα της ΑΕΚ σε επίσημα παιχνίδια (πρωτάθλημα, κύπελλο, διοργανώσεις UEFA) τον κατατάσσουν δεύτερο στη σχετική λίστα πίσω μόνο από το Στέλιο Μανωλά (587).

Με τις επιδόσεις των 235 γκολ και 481 εμφανίσεων αποτελεί τον πρώτο σκόρερ και ρέκορντμαν συμμετοχών της ΑΕΚ στην Α’ Εθνική.

Είναι ο 3ος σκόρερ όλων των εποχών στην Α’ Εθνική, πίσω από τον πάλαι ποτέ συμπαίκτη του και επίσης θρύλο της ΑΕΚ, Θωμά Μαύρο (260) και τον Κριστόφ Βαζέχα (244).

Αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος δύο φορές, το 1964 με 29 τέρματα και το 1966 με 24.

Στις 17 σεζόν που αγωνίστηκε στην ΑΕΚ (από το 1962-63 έως το 1978-79) κατέκτησε 5 πρωταθλήματα (1963, 1968, 1971, 1978, 1979) και 3 κύπελλα (1964, 1966, 1978).

Στο διάστημα που αγωνίστηκε στις ΗΠΑ με τον Παγκύπριο Νέας Υόρκης κατέκτησε δύο τίτλους, το Cosmopolitan Soccer League και το Lamar Hunt US Open Cup

Φόρεσε τη φανέλα με το εθνόσημο σε 61 αγώνες πετυχαίνοντας 21 γκολ (5ος σκόρερ όλων των εποχών στην ιστορία της Εθνικής).

Σε ολόκληρη την καριέρα του δεν αντίκρισε ποτέ την κόκκινη κάρτα, ενώ με κίτρινη παρατηρήθηκε μόλις τρεις φορές!


Είπαν για το Μίμη Παπαϊωάννου
«Μπορώ να τον συμπεριλάβω στους μεγαλύτερους Ευρωπαίους παίκτες. Πραγματικά ήταν τόσο ποιοτικός, κι αυτό δεν είναι κοπλιμέντο, είναι η αλήθεια»
–Μπράνκο Στάνκοβιτς, προπονητής της ΑΕΚ (1968-1973)

«Γητευτής της μπάλας πραγματικά. Την αιχμαλώτιζε και την καθοδηγούσε όπως εκείνος ήθελε»
–Αριστείδης Καμάρας, πρώην παίκτης ΠΑΟ

«Όταν σηκωνόταν για κεφαλιά, ταξίδευε στον αέρα. Για να το δώσω να καταλάβει ο κόσμος, ήταν σαν τον “AirJordan, μόνο που έπαιζε διαφορετικό άθλημα»
–Γιώργος Κούδας, πρώην παίκτης ΠΑΟΚ

«Αδαμάντινος χαρακτήρας, προσωπικότητα που ενέπνεε σεβασμό μέσα στο γήπεδο, και στους αντιπάλους του, σε σημείο που να μην τολμάει κανείς να τον χτυπήσει. Τον σέβονταν όλοι»
–Διονύσης Αβούρης, δημοσιογράφος






Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Οι 10 δημοφιλέστερες αναρτήσεις της εβδομάδας